Με αφορμή τις εκλογές στην Πορτογαλία και Ισπανία, ο Νίκος Γκιώνης, παραθέτει τα αίτια της πτωτικής τάσης της κεντροαριστεράς στη χώρα μας. Ο συγγραφέας εκτιμά ότι η καθοδικότητα θα αντιστραφεί υπό προϋποθέσεις, όπως είναι η απομάγευση του κυρίαρχου πολιτικού λόγου και η αντικατάστασή του από τον ρασιοναλιστικό λόγο. «Ο ηγέτης κι ο λόγος του πρέπει να είναι συνεκτικός, σαφής, ευέλικτος αλλά και συγκρουσιακός» τονίζει, σημειώνοντας πως «μικρή σημασία έχει η αναδιανομή ρόλων στο στενό πλαίσιο των δύο κομμάτων της περιοχής του ριζοσπαστικού Κέντρου, μιας και νομοτελειακά οι συνθήκες θα επιβάλλουν την ενιαιοποίηση προς κάτι ακόμα πιο καινούργιο»
Ο Νίκος Ορφανός περιγράφοντας στο άρθρο του το πως αυτοπροσδιορίζεται ο κάθε πολιτικός χώρος, τονίζει πως μετά την εφαρμογή των μνημονίων και την κατάρρευση της αριστερής μυθολογίας, πρέπει να αρχίσει η επαναχάραξη των ιδεολογικών γραμμών. «Το ιδεολογικό ξεσκαρτάρισμα είναι ανάγκη κοινωνική και ιστορική. Ζούμε άραγε, παραφράζοντας το Φουκουγιάμα, το τέλος των ιδεολογιών; Ακόμα καλύτερα, παραφράζοντας τους REM, ζούμε το τέλος των ιδεολογιών όπως τις ξέραμε. Και εγώ νιώθω θαυμάσια. Γιατί κάθε τέλος προμηνύει μια νέα καλή αρχή. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν να κάνουμε θεωρία την πράξη που θα χαράξει το μέλλον μας. Μπορούμε;» σημειώνει ο συγγραφέας.
Ο Ευάγγελος Λιβιεράτος εξηγεί τις «περιπέτειες» του εκπαιδευτικού συστήματος: από τη μεταρρύθμιση του 1982, το ν. Γιαννάκου (2007) και το ν. Διαμαντοπούλου (2011) έως τη σύσταση επιτροπών για τη μεταρρύθμιση του 2016. Ο συγγραφέας σημειώνει ότι «ενώ η μεταρρύθμιση του 1982 έγινε υπό τη διεύθυνση 30άρηδων, η μεταρρύθμιση του 2016 θα γίνει υπό τη διεύθυνση 70άρηδων» τονίζοντας ότι «ο πραγματικός κόσμος στην εκπαίδευση είναι αυτός που διαμορφώνεται ως διεθνές πρότυπο της εποχής». Εύχεται οι επικεφαλής των επιτροπών «να επαναφέρουν από την «Κατηραμένη Νήσο των Αζορών» στην πραγματικότητα της ευρωπαϊκής ενδοχώρας τα παιδιά του νέου και της κόρης του Μπόστ».
O Στέλιος Κυριαζής στο άρθρο του, σχολιάζει σε προσωπικό τόνο, το σύγχρονο συνδικαλισμό και τις «κινητοποιήσεις» εκτιμώντας πως «η συνδικαλιστική διάλεκτος έχει διαρρήξει τη σχέση της με την εργασιακή πραγματικότητα». Σημειώνοντας πως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα απεργούν ελάχιστα, επισημαίνει πως «οι ελπίδες των εργαζομένων πρέπει να στηρίζονται στο αξιοβίωτο των επιχειρήσεων ειδικά τώρα που λαμβάνει χώρα απότομος επαναπροσδιορισμός του ιδιοκτησιακού χάρτη». «Σε πείσμα αυτών των πρακτικών, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μιλήσει για οικονομικίστικα αιτήματα, συντεχνίες και την ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Οι όροι αυτοί όσο κι αν εισπράξανε την μήνιν της αριστεράς έχουν σημασία ακόμη και σήμερα» τονίζει.
Ο Νίκος Γκιώνης με το άρθρο του επιχειρεί μια σύντομη ιστορική περιήγηση από την περίοδο της προδικτατορικής ΕΚ έως και σήμερα, «όπου μια αφύσικη Μαδουρική ποπουλιστική μείξη ετερόκλητων φορέων βυθίζει απροκάλυπτα την χώρα μας». «Κανείς δεν ξέρει αν θα γίνει, κανείς δεν ξέρει αν θα πετύχει αφού στο μεταξύ έχει γίνει» τονίζει ο συγγραφέας σημειώνοντας όμως ότι «όλα αφορούν στον οδικό χάρτη συλλήψεως ποντικών από γάτες διαφόρων χρωμάτων, δηλαδή στην αποτελεσματική ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος». «Η αντοχή των σχοινιών της μεταπολίτευσης, θα δώσει και τους τόνους των όποιων εγχειρημάτων, των συγχωνεύσεων, των γειτνιάσεων ή των αποκλεισμών» καταλήγει.
O Παναγιώτης Κωστούλας στο άρθρο του αμφισβητεί το αφήγημα ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε στρατηγική κρίση και εξηγεί πως μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 «παρατηρείται το φαινόμενο: φιλελεύθερες/συντηρητικές/δεξιές κυβερνήσεις να καταφεύγουν σε σοσιαλδημοκρατικές/κρατικοπαρεμβατικές επιλογές προκειμένου να αποτρέψουν την κατάρρευση των εθνικών τους οικονομιών!». Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως «έχει έρθει η στιγμή να αναθαρρήσουμε» μολονότι όπως σημειώνει «η σοσιαλδημοκρατία θα επικρατήσει αν νικήσει ιδεολογικά κι εν τέλει εκλογικά στο επίπεδο των συνολικών ευρωπαϊκών συσχετισμών». «Πρέπει να σχεδιαστεί η νέα ανατέλλουσα και αντεπιτιθέμενη κεντροαριστερά» τονίζει.
Ο Τάκης Αναστόπουλος, Επίτιμος Δ/ντής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρουσιάζει και αναλύει το μείζον ζήτημα για την πορεία της ΕΕ που έχει θέσει ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Ντ. Κάμερον, σχετικά με την παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αφορμή την επικείμενη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες στις 17 και 18 Δεκεμβρίου. «Παντού αλλού, η συζήτηση έχει προχωρήσει: στο εσωτερικό των κυβερνήσεων, μεταξύ των εκπροσώπων των Πρωθυπουργών, εντός των Κοινοβουλίων, στον Τύπο και στην κοινή γνώμη. Μόνο στην Ελλάδα, ακολουθώντας τον ιδιότυπο απομονωτισμό μας έχουμε πλήρη άγνοια των επικείμενων αποφάσεων που μπορεί να επηρεάσουν το μέλλον της ΕΕ.» σημειώνει ο συγγραφέας.
O Αριστοτέλης Αϊβαλιώτης, επιχειρηματίας και ιδρυτικό μέλος της Δράσης, με το άρθρο του θέτει το θέμα της ανάγκης ύπαρξης ουσιαστικής αντιπολίτευσης, «αλλιώς θα χτίσουμε, με τα πιο απρόσμενα υλικά, μία νέα αυθαιρεσία» όπως τονίζει, και μιλάει για την ύπαρξη μιας «τριμερής» κυβερνητικής συνεργασίας «με το τρίτο μέρος να είναι ακόμη αφανές, παρότι επώνυμο». Σύμφωνα με τον συγγραφέα η αντιπολιτευτική αμηχανία συνιστά «εκδήλωση συνειδητής συμπόρευσης με τον Τσίπρα» τονίζοντας πως «τίποτε καλό δεν θα προκύψει από μία τέτοια στρατηγική: οι δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας δεν μπορούν να περιμένουν τίποτε από την «συναίνεση» που υφαίνει μεθοδικά το τριμερές σχήμα της σημερινής κυβέρνησης».
Ο συγγραφέας Ξενοφών Μπρουντζάκης με το άρθρο του παρουσιάζει το βιβλίο των Στάθη Καλύβα και Νίκου Μαραντζίδη «Εμφύλια Πάθη -23 ερωτήσεις και απαντήσεις για τον Εμφύλιο» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. «Τα Δεκεμβριανά συντηρούν πεισματικά τον πιο επώδυνο εθνικό διχασμό, μια συγκρουσιακή λογική η οποία διατηρείται ως τις μέρες μας σε κάθε δημόσια σχετική τοποθέτηση και σε κάθε κοινοβουλευτική αντιπαράθεση» σχολιάζει ο συγγραφέας και αναφερόμενος στο βιβλίο τονίζει πως «πρόκειται για ένα έργο ολοκληρωμένο, απαλλαγμένο από τα πάθη που εγκαλεί, γραμμένο από δυο ανθρώπους που αγαπούν την αλήθεια των γεγονότων. Ένα βιβλίο γραμμένο δίχως πάθος από παθιασμένους πολιτικούς επιστήμονες!»
Ο Δημήρης Θωμάκος με το άρθρο του, παραλληλίζει το διχασμό της περιόδου 1964 -1974 σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς» με τον διχασμό της περιόδου 2010-2015 σε «μνημονιακούς» – «αντιμνημονιακούς». «Ο διχασμός του 1964-74, όσο και ο πρόσφατος του 2010-15, βασίστηκαν σε μια πλάνη» τονίζει, εξηγώντας πως «οι ενωτικοί της περιόδου 1964-74 όπως και οι αυτοαποκαλούμενοι αντιμνημονιακοί εθελοτυφλούσαν ή αρνούνταν να αποδεχτούν την πραγματικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρχε ουσιαστικό αντικείμενο διαφοράς». «Η απόλυτη καταστροφή, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 1974 στην Κύπρο, μπορεί να απεφεύχθει την τελευταία στιγμή, το τίμημα όμως της διαίρεσης και του διχασμού ήταν βαρύ» σημειώνει.
Ο συγγραφέας του άρθρου, εξηγεί τι πραγματικά είναι το ΕΣΠΑ και δίνει απάντηση στο ερώτημα: «Μπορεί το ΕΣΠΑ να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που του αποδίδουμε;». O συγγραφέας σημειώνει πως η εμμονική αξιολόγηση των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ υπό το πρίσμα της απορροφητικότητας, αποκλείοντας σειρά άλλων δεικτών, δημιουργεί προβλήματα, και εξηγεί πως «η αυτοπαγίδευση του δημόσιου διαλόγου σε εύκολα μετρήσιμα ποσοτικά στοιχεία, βασίζεται στην αδυναμία κατανόησης ότι το ΕΣΠΑ είναι εργαλείο, δεν είναι αυτοσκοπός.» Επισημαίνοντας την απουσία Εθνική στρατηγικής, ο συγγραφέας παραπέμπει στην μελέτη της McKinsey του 2010, «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά», ως την μοναδική απόπειρα που προσεγγίζει έναν εθνικό σχεδιασμό.
Τις προϋποθέσεις της εθνικής ανάτασης (κοινωνικές, πολιτικές, θεσμικές και αναπτυξιακές) καταγράφει στο άρθρο του ο Χρήστος Δερβένης, εκτιμώντας «πως μπορούμε να αντιδράσουμε και να σταματήσουμε την κατρακύλα της χώρας μας, να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος και να δημιουργήσουμε το περιβάλλον που απαιτείται για την ανάταση της χώρας». «Η ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων είναι η αφετηρία για την εθνική ανάταση. Στο χέρι μας είναι. Όποιοι θέλουν και μπορούν. Αν δεν το τολμήσουμε και παραμείνουμε δέσμιοι ενός αδύναμου «θα ήθελα» κι ενός δυνατού «δεν τόλμησα», τι θα διηγηθούμε στα παιδιά μας όταν θα ρωτούν: κι εσύ γιατί δεν έκανες κάτι;» τονίζει.
Σελίδα 39 από 40