Ο Σάκης Μουμτζής στο κείμενό του, που αποτελεί την ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, καταθέτει το πολιτικό συμπέρασμα «ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μπορεί να επιταχυνθεί, να επαναδρομολογηθεί, μόνο εάν δυναμώσει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μόνο εάν μπορέσει να επαναχαράξει τις ιδεολογικές και πολιτικές της συντεταγμένες επάνω στις οποίες θα κινηθεί, ή, εάν μπορέσει να δώσει μία πειστική απάντηση στο πώς μέσα σε συνθήκες δημοσιονομικής πειθαρχίας μπορεί να χρηματοδοτήσει το κράτος πρόνοιας που είναι ο βασικός ιδεολογικός της πυλώνας» εκτιμώντας πως «θα μπορέσει αυτός ο χώρος να ανασυνταχθεί ιδεολογικά και πολιτικά»

Ο Μελέτης Ρεντούμης αναλύει τα οφέλη από τη χρήση του πλαστικού χρήματος εκτιμώντας πως είναι «ένας από τους βασικούς τρόπους να ενισχυθεί η οικονομία αλλά και να παταχθεί η φοροδιαφυγή». Επισημαίνει όμως πως «από μόνο του όμως αυτό δεν αρκεί αν δεν συνοδεύεται αφενός από κίνητρα προς τους καταναλωτές, αφετέρου και από το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο που θα δημιουργήσει υγιή ανταγωνισμό τόσο ανάμεσα στις επιχειρήσεις όσο και μεταξύ των τραπεζών, έτσι ώστε ο τελικός ωφελημένος να είναι τόσο ο καταναλωτής όσο και τα ταμεία του δημοσίου, μέσω των εσόδων που θα εισπραχθούν»

Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος σχολιάζοντας τις δηλώσεις της κυβερνητικής εκπροσώπου περί δημοψηφίσματος για τη συνταγματική αναθεώρηση, υπενθυμίζει ότι «το δημοψήφισμα είναι θεσμός στον οποίον προσέφυγαν κατά κόρον, για τη χειραγώγηση των μαζών, οι δύο Βοναπάρτες, αλλά και ο Αδ. Χίτλερ» και τονίζει πως «αποτελεί έγκλημα η μετάθεση στον λαϊκό παράγοντα ευθυνών που δεν του αναλογούν, πρωτίστως δε για θεσμικά ζητήματα». Αναφερόμενος στην ελληνική εμπειρία, σημειώνει πως « από τις καταστροφικές συνέπειες του δημοψηφίσματος του 1920 και την ασάφεια των επιπτώσεων της κατίσχυσης του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα του 1946 θα αρκούσαν για να μας κάνουν εξαιρετικά επιφυλακτικούς απέναντι στο συγκεκριμένο θεσμό»

Ο Ξενοφών Μπρουντζάκης αναλύει το θέμα των Ελλήνων λόγιων, των πρώτων Ευρωπαίων Ελλήνων, που « έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις απαρχές της αναγέννησης και ήταν σε θέση να διαβιβάζουν στις ευρωπαϊκές αυλές και προς τους άλλους παράγοντες της ευρωπαϊκής πολιτικής, εκκλήσεις, προτάσεις και σχέδια επεμβάσεων στην ελληνική Ανατολή». Ο συγγραφέας σημειώνει «την ουσιαστική συμβολή των Ελλήνων στη διάδοση των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων στον δυτικό κόσμο», τονίζοντας τον «σημαντικό ρόλο στα τεκταινόμενα μέσω της βαθύτατης γνώσης της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γλώσσας» και παρουσιάζει συνοπτικά το έργο των: Μανουήλ Χρυσολωρά, Γεώργιο Γεμιστό ή Πλήθων, Βησσαρίων, Ιωάννη Αργυρόπουλο, Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, Ιανό Λάσκαρι.

Κυριακή, 05 Ιουν 2016

Το θέρος της «ελπίδας»

αρθρο του:

Ο Νίκος Τσολακίδης καταθέτει τις σκέψεις του για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα με αφορμή την έναρξη του καλοκαιριού, αναλογιζόμενος την πολιτική συμπεριφορά των πολιτών: «Αυτό το καλοκαίρι θα μας κάνει παρέα η εθνική μας απάθεια, μαζί με τις ενοχές που έχουμε βρει τρόπο να καταπνίγουμε αιώνες. Ενοχές, γιατί μέσα στη σοφία μας ως λαός, πάλι πιστέψαμε και ακολουθήσαμε το μύθο και πλανευτήκαμε από κάποιο ψευδοπροφήτη, που χρησιμοποίησε και χειραγώγησε τα κατώτερα ένστικτα μας, για να αναρριχηθεί και να αποκτήσει πολιτική οντότητα» σημειώνει και συμπληρώνει πως «ακόμη δεν μάθαμε να ξεχωρίζουμε τον πανούργο πολιτικάντη από τον ευφυή πολιτικό»

Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος εξετάζει ένα από τα μείζονα κοινωνικο-πολιτικά φαινόμενα: την άνοδο του λαϊκιστικού φαινομένου, στην δεξιά ή την αριστερή του παραλλαγή. «Ο λαϊκισμός συνιστά άτυπη πολιτική θεολογία» τονίζει ο συγγραφέας, υπό την έννοια του ότι «ο (λαϊκιστικός) λαός έχει πάρει την θέση του εκπεσόντος Θεού, η λαϊκή κυριαρχία, αντικαθιστώντας την προνεωτερική θεϊκή κυριαρχία, προσδιορίζει μία μονοπαγώς συγκροτημένη δημοκρατία ως την αποκλειστική της πολιτική της ενσάρκωση». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «δεν υπάρχουν δύο λαϊκισμοί, ένας προοδευτικός και ένας αντιδραστικός λαϊκισμός», και αναφερόμενος στην Ελλάδα τονίζει πως ο λαϊκισμός τροφοδοτεί «αλλόκοτες πολιτικές-κυβερνητικές συμμαχίες, όπως αυτή μεταξύ Σύριζα και Ανέλ»