Ο Αριστοτέλης Αϊβαλιώτης στο άρθρο του εκτιμώντας ότι την 12ετία μέχρι την κρίση, σημειώθηκε ένας «εκτροχιασμός που οφείλεται στην εκρηκτική διόγκωση του κράτους σαν αποτέλεσμα μιας αχαλίνωτης πελατοκρατίας, διόγκωση που έγινε χωρίς ουσιαστικές αντιστάσεις από κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις» και σημειώνοντας ότι «μετά ήλθε και η κρίση και η «ισχυρή Ελλάδα» έγινε ένας σωρός από ερείπια» συμπεραίνει ότι: «χρειαζόμαστε ένα νέο μνημόνιο, ένα μνημόνιο όχι για την διάσωση του κράτους και των δαπανών του, όπως αυτά που γνωρίσαμε και εκτελούμε μέχρι σήμερα, αλλά ένα μνημόνιο για την οικονομία μας και την μελλοντική μας πρόοδο»

O Θανάσης Κοντογεώργης με το άρθρο του αναζητά τη λύση στο αδιέξοδο επισημαίνοντας ότι «μια γενική αίσθηση ατομικών και συλλογικών αδιεξόδων διαμορφώνεται γύρω μας που υπονομεύει κάθε αναγεννητική προσπάθεια». Ο συγγραφέας τονίζει πως «αν κάτι έχει αποδείξει η κρίση που βιώνουμε εδώ και έξι χρόνια είναι ότι εμείς έχουμε τη μοίρα στα χέρια μας, κανένας άλλος δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα ούτε να μας βοηθήσει, ούτε να μας καταστρέψει» και προτείνει ένα τρίπτυχο κινήσεων «για να μην βιώσουμε το δράμα του περασμένου καλοκαιριού»: Εγκατάλειψη της αντιευρωπαϊκής ρητορικής, Ενίσχυση του «ευρωπαϊκού» κέντρου βάρους της κυβέρνησης, Ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης μέσα στον Μάρτιο.

Η Βάσω Κόλλια τοποθετείται επί της συζήτησης για τη συνταγματική αναθεώρηση εκτιμώντας πως είναι σημαντική όσο ποτέ άλλοτε στη μεταπολίτευση «εφόσον αποδεχτούμε ότι η κρίση χωρίς τέλος που ζούμε, δεν είναι μόνον οικονομική». Αναφερόμενη στο νόμο περί ευθύνης υπουργών, κι αφού υπογραμμίσει ότι «κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει μια καταχρηστική και προσχηματική δίωξη πολιτικών αντιπάλων», η συγγραφέας αναφέρει ως πιθανή λύση την πρόταση «δημιουργίας δικαστικού οργάνου υψηλού κύρους, το οποίο θα επιλέγεται με αυξημένη πλειοψηφία από το Κοινοβούλιο». Αναφορά κάνει και στο ζήτημα της εκλογής ΠτΔ, και αναρωτιέται «εάν θα συνεχίσουμε να ρίχνουμε κυβερνήσεις με πρόφαση την εκλογή του Προέδρου».

O Λευτέρης Αντωνόπουλος αναλύει την κατάσταση στην ΕΕ καθώς «η περίοδος εκπτώσεων στο ευρωπαϊκό κεκτημένο που εντάθηκε στη δίνη της οικονομικής κρίσης, δεν φαίνεται να κλείνει σύντομα» ενώ «οι δομές της ΕΕ δείχνουν ανίκανες να διαμορφώσουν τις άμεσες εξωτερικές της σχέσεις υπέρ της ασφάλειας και σταθερότητας». Αναφερόμενος στην Ελλάδα τονίζει οτι η «η σύνδεση του προσφυγικού με τις διαπραγματεύσεις Ελλάδας - πιστωτών εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους» ενώ «η γεωγραφική περιχαράκωση και απομόνωση της Ελλάδας από τα Βαλκάνια μπορεί να επιφέρει δυσμενέστατα αποτελέσματα». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «η ελληνική πλευρά πρέπει να διατυπώσει ένα μεγάλο σχέδιο για την πολιτική της στα Βαλκάνια»

Ο Άλκης Καλλιαντζίδης παρουσιάζει αναλυτικά το μοντέλο των «πρεσβευτών Πολιτικών Υποδοχής και Ελκυστικότητας στην ύπαιθρο». Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, «κοινός παρονομαστής της δυνητικής προόδου, τόσο του κεφαλαίου όσο και της εργασίας, είναι η κινητικότητα» και συμπληρώνει: «άρα για να υπάρξει αναπτυξιακή πρόοδος, η οποία θα οδηγήσει στην επένδυση, στην επιχειρηματικότητα, στην παραγωγική απασχόληση, στη χορήγηση εισοδήματος, στην επαγγελματική και κοινωνική ένταξη των ατόμων, χρειάζονται πολιτικές προσέλκυσης, κι όχι απώθησης της εν λόγω Κινητικότητας επενδύσεων και ανθρώπινων δεξιοτήτων». Ο συγγραφέας τονίζει πως «χρειάζεται απαρέγκλιτα το επεξεργασμένο και συγκεκριμένο Σχέδιο των Δημάρχων και των Περιφερειαρχών ενάντια στον αντι-επιχειρηματικό διωγμό».

Ο Νίκος Μπουνάκης παραθέτει τα πεπραγμένα της Κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ στον αγροτικό τομέα, την πρόταση τους για το ασφαλιστικό και το φορολογικό στον αγροτικό τομέα και τα αποτελέσματα της πολιτικής τους, τονίζοντας συμπερασματικά ότι «τα καταστροφικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής θα γίνουν ορατά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα». Ο συγγραφέας αφού εξηγήσει γιατί «όλα αυτά δεν ήταν απαραίτητα» παραθέτει τους τρόπους που μπορεί «η αγροτική οικονομία της χώρας μας να κερδίσει μεγαλύτερο μερίδιο σε μία ολοένα και πιο διευρυνόμενη παγκόσμια αγορά» υπο την προϋπόθεση «να ανατραπεί η κυβερνητική πολιτική, που σχεδιάζει μια αγροτική οικονομία χωρίς τον Έλληνα αγρότη.»

O Σίμος Ανδρονίδης εξετάζει τη σχέση του «χώρου» με τη Χρυσή Αυγή. «Σε συνοικίες πέριξ του κέντρου των Αθηνών, η Χρυσή Αυγή, μετασχηματίστηκε σε βίαιη ολότητα χρησιμοποιώντας ως ελκτική δύναμη την αφήγηση του βέβηλου ξένου που ‘επιμολύνει’ το ιερό και την ‘ιερότητα’ του εδαφικού-κοινωνικού χώρου» σημειώνει ο συγγραφέας εκτιμώντας πως «η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που επέβαλλε η Χρυσή Αυγή είχε ως στόχο την εκκαθάριση ενός χώρου και την παράδοσή του στους ‘καθαρούς’ Έλληνες.» Ο συγγραφέας εκτιμά πως η ΧΑ «επιδίωξε να καταστεί η συσσωμάτωση εκείνη που συνυφαίνει την κρίση ως δεσμός ανάκτησης και συγκρότησης ενός συνασπισμού εξουσίας.»

Ο Μάριος Ψυχάλης περιγράφει ένα νέο Παραγωγικό Μοντέλο εκκινώντας από την εκτίμηση ότι «το συγκριτικό πλεονέκτημα της Ελληνικής οικονομίας δεν βρίσκεται στον πρωτογενή ή δευτερογενή τομέα, αλλά στον τριτογενή». Το νέο παραγωγικό μοντέλο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, βασίζεται στη συνέργεια, τη συλλειτουργία και την αρμονική σχέση μεταξύ τριών τομέων: Clustering, Startups, Venture Capital – «Τρείς έννοιες, σε τέσσερις λέξεις που απουσιάζουν από την Ελληνική Οικονομία», όπως σχολιάζει. «Η Ελληνική πολιτεία πρέπει να υιοθετήσει την ευρωπαϊκή πολιτική καινοτομίας» εκτιμά ο συγγραφέας και τονίζει πως «στην αγορά υπάρχει υψηλή συγκέντρωση, υψηλό περιθώριο κέρδους ενώ υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην είσοδο νέων επιχειρήσεων»

Ο Γιάννης Μαντζίκος αναλύει τη δραματική κατάσταση στη Συρία και την αμφίθυμη πολιτική Ομπάμα που έχει εγκλωβίσει την ΕΕ. «Το μέτωπο της Συρίας αποδεικνύεται το Βιετνάμ του Ομπάμα» εκτιμά ο συγγραφέας και σημειώνει πως «η αναποφασιστικότητα του Ομπάμα άφησαν χώρο στους τζιχαντιστές να μπουν επιθετικά στο παιχνίδι εξουσίας» ενώ μάλιστα «ορισμένες πολιτοφυλακές εξοπλισμένες από την Αμερικανική Κυβέρνηση όπως η Τζας αλ Νασρ μάχονται εναντίον των Αμερικανών». Αναφερόμενος στον Άσαντ τονίζει ότι «τα εγκλήματα του Ισλαμικού Κράτους έχουν κρύψει αυτά του Άσαντ» και από την άλλη, η Ρωσία «έχει σχεδόν επιτύχει ότι επιθυμούσε: ο Άσαντ παραμένει στην εξουσία».

Ο Νίκος Μαρουδιάς και ο Γιώργος Βογιατζής θέτουν το θέμα της ανάγκης ύπαρξης νέου μοντέλου οργάνωσης του ΕΣΥ. «Το υπάρχον μοντέλο οργάνωσης είναι υπεύθυνο για τις μεγάλες αυξήσεις των δαπανών υγείας» τονίζουν και εκτιμούν πως: (α) το νέο μοντέλο θα πρέπει να υπηρετεί τους ασθενείς και να προάγει την υγεία, (β) η βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών μπορεί να επιφέρει συγκράτηση του ρυθμού αύξησης δαπανών, και (γ) χρειάζεται να υπάρξει ένας κοινός σκοπός: η αύξηση της αξίας παρεχομένων υπηρεσιών. «Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τρόπο δουλειάς επειδή κάποιος θα τους το πει. Θα αλλάξουν μόνο εάν έχουν τα κατάλληλα κίνητρα» τονίζουν.