Ο Τάκης Αναστόπουλος στο πλαίσιο της επικείμενης Συνόδου του ΕΣ, ενημερώνει για τα δύο κρίσιμα θέματα που θα συζητηθούν: το Brexit και το Μεταναστευτικό (hotspots), για τα οποία «οι πολίτες να βρίσκονται στο σκοτάδι». Ο συγγραφέας αφού παρουσιάσει τις βασικές παραμέτρους της συζήτησης για το βρετανικό δημοψήφισμα αναρωτιέται αν υπάρχει ελληνική θέση και σημειώνει πως είναι λάθος «να θεωρούμε ότι αυτά τα θέματα αφορούν μόνο τους Βρετανούς». Για τα hotspots, ο συγγραφέας αφού παρουσιάσει τις αποφάσεις της προηγούμενης Συνόδου, σημειώνοντας ότι τις έχει αποδεχθεί όλες ο Πρωθυπουργός, δίχως επιφύλαξη, αναρωτιέται αν ήταν λάθος ενημερωμένος ή λάθος καθησύχασε τους ομολόγους του.

Η Κωνσταντίνα Κοτταρίδη θίγει το κρίσιμο ζήτημα της μετανάστευσης ανθρώπων με δεξιότητες (brain drain). «Η διαρροή εγκεφάλων εγείρει σοβαρές ανησυχίες για τις βραχυπρόθεσμες και μεσοπρόθεσμες προοπτικές της Ελλάδας ως προς την ανάκαμψή της» τονίζει καθώς «το ανθρώπινο κεφάλαιο αποτελεί ουσιαστική παράμετρο για την ανάκαμψη της οικονομίας και την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης». Η συγγραφέας προτείνει πολιτικές για τον μετριασμό της φυγής του ανθρώπινου κεφαλαίου, μια εκ των οποίων είναι «η δημιουργία ανταγωνιστικού και ελκυστικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος» καθώς και πολιτικές για τον επαναπατρισμό των ταλέντων. Αν δεν ληφθούν σύντομα μέτρα αναστροφής της τάσης φυγής, σημειώνει, η Ελλάδα θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στη φτωχοποίηση.

Ο Αθανάσιος Κοσμόπουλος αναλύει το πρόβλημα της προσφυγικής κρίσης εκτιμώντας ότι «η προσφυγική κρίση τείνει να υποσκελίσει σε σημασία και κρισιμότητα την οικονομική κρίση στην Ευρωζώνη» και κρούει τον κώδωνα για δύο κινδύνους: ο πρώτος αφορά στην πιθανότητα «τα σύνορα της ΕΕ να μεταφερθούν de facto στην εδαφική περιοχή μεταξύ Ελλάδος και FYROM», ο δεύτερος αφορά στην πιθανότητα «να βρεθεί αντιμέτωπη με Ευρωπαϊκές υπηρεσίες να επιχειρούν στον Εθνικό της χώρο». Ο συγγραφέας όμως εκτιμά πως υπάρχει μια ευκαιρία: «η Ελλάδα να αξιώσει τα 3 δις Ευρώ που προορίζονται για Τουρκία να χρησιμοποιηθούν μόνον στην δημιουργία Hot Spots επί τουρκικού εδάφους»

Ο Θοδωρής Διασάκος καταγράφει τις τραγικά λανθασμένες επιλογές κατά την τελευταία δεκαετία, με κυριότερη όλων το ότι «επιλέξαμε ως λαός να αναθέσουμε τις τύχες της χώρας σε πρωθυπουργούς που απεδείχθησαν πολύ μικρότεροι των περιστάσεων» αρχής γενομένης της κυβερνήσεως Καραμανλή. Αναφερόμενος στο χρέος, εξηγεί ότι το πρόβλημα είναι «πως μια οξύτατη έλλειψη ρευστότητας συγχρονίστηκε με μια ολική απώλεια φερεγγυότητας», κάτι που μπόρεσε να αντιμετωπίσει μόνο το δεύτερο μνημόνιο (PSI-OSI). Οι κυβερνήσεις Τσίπρα, ο συγγραφέας εκτιμά, πως μπορούν να συγκριθούν από άποψη κατάρτισης, αφέλειας και τυχοδιωκτισμού μόνο με τις κυβερνήσεις Καραμανλή, και τονίζει πως η νέα δανειακή σύμβαση είναι σχεδόν αποικιακού χαρακτήρα.

Ο Ξενοφών Μπρουντζάκης περιγράφει τα δραματικά γεγονότα της περιόδου 1909- 1921: από τη Μεγάλη Ιδέα στο αντιβεζινελικό καθεστώς κατά το οποίο ο Μεταξάς είχε πει στον Γούναρη: «Εις το κάτω-κάτω, εάν μόνον δια του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθει ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον δια να μην έλθει ο Βενιζέλος;». Ο συγγραφέας σημειώνει: «Μερικές φορές, οι συμπτώσεις της Ιστορίας μοιάζουν να νεύουν ειρωνικά, καθώς τα ίδια λάθη επανέρχονται στο προσκήνιο - σαν να πέρασαν απαρατήρητες οι εθνικές καταστροφές, σαν οι λαοί να έλκονται από τη γοητεία της αυτοκαταστροφής»

Ο Μαρίνος Σκανδάμης στη μελέτη του εξετάζει το ζήτημα των Οίκοι Αξιολόγησης Πιστοληπτικής Ικανότητας (ΟΑΠΙ), καθώς «έχουν κατηγορηθεί για την ενεργή συμμετοχή τους στην κερδοσκοπία των χρηματοοικονομικών επενδύσεων». Ο συγγραφέας παρουσιάζει τις ρυθμίσεις ελέγχου που έχουν εισαχθεί σε ΕΕ και ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι «η ελληνική πολιτεία δεν έχει θεσμοθετήσει ποινικές και διοικητικές κυρώσεις, παρά το ότι αυτό προτείνεται από τους κανονισμούς». Ο Μ. Σκανδάμης εκτιμά πως «απαιτείται η αναβάθμιση του ρόλου της δικαιοσύνης που πρέπει να ενισχυθεί με την άσκηση της αρμοδιότητας ελέγχου των ΟΑΠΙ με σκοπό την προστασία του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας από τις επιθέσεις των αγορών.»

Ο Γιώργος Βογιατζής εξηγεί γιατί το ασφαλιστικό είναι καταδικασμένο να χρεοκοπεί, εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι χρεοκοπήσαμε από τις δαπάνες για τις συντάξεις της περιόδου του Κ. Καραμανλή. O συγγραφέας εκτιμά πως ο λόγος για τον οποίο το ασφαλιστικό είναι καταδικασμένο να χρεοκοπεί είναι ότι «το σύνολο των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου οι εργαζόμενοι υπολείπεται από το σύνολο των συντάξεων που θα λάβουν την υπόλοιπη ζωή τους». Τονίζει πως «ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα δεν επιτρέπεται να επηρεάζεται αρνητικά από το δημογραφικό και την απασχόληση» και παραθέτει τις αρχές για ένα βιώσιμο σύστημα συντάξεων.

Ο Αντώνης Ζαΐρης και ο Γιώργος Ψαθάς εκτιμώντας ότι η Ε.Ε. έχει φτάσει σε αδιέξοδο, υποστηρίζουν πως μόνο ένας δρόμος υπάρχει: «η Ευρώπη να δώσει ένα ισχυρό και σαφές μήνυμα ενότητας και αλληλεγγύης». Καθώς όμως, σύμφωνα με τους συγγραφείς, η αλληλεγγύη απαιτεί πολιτική ενότητα, «έφθασε η ώρα να γίνει το άλμα, τόσο για την αντιμετώπιση της κρίσης, όσο και για την ευοίωνη προοπτική της Ευρώπης: η Ομοσπονδιοποίηση». Η Ομοσπονδιοποίηση για να γίνει, εξηγούν οι συγγραφείς, χρειάζεται: να μεταφερθούν από Εθνικό σε υπερεθνικό επίπεδο κυριαρχικά δικαιώματα σε κρίσιμους τομείς, και, οι κυβερνήσεις να παραιτηθούν από μέρος της φορολογικής εξουσίας τους.

Ο Γρηγόρης Καραγρηγορίου εξετάζοντας τις εξελίξεις στο προσφυγικό εκτιμά πως «η κυβέρνηση Τσίπρα ακολούθησε τη συνήθη πρακτική της, της ρητορικής ιδεολογικών προθέσεων» ενώ «αμέλησε να φτιάξει hotspots που είχε υποσχεθεί, για να μην αναλάβει μερίδιο από την ευθύνη του προβλήματος». Ο συγγραφέας εκφράζει το φόβο πως «αν η απάντηση της κυβέρνησης είναι έξω από την ευρωπαϊκή πορεία, μην εκπλαγεί αν βρεθεί στο τέλος να της προτείνουν αυτό ακριβώς» και συγκρίνει τη διαχείριση του προσφυγικού με αυτή της διαπραγμάτευσης τότε που «πήγε νομίζοντας ότι κρατά την χειροβομβίδα της εξόδου από ευρώ και βρήκε να της προτείνουν ακριβώς αυτή τη χειροβομβίδα απασφαλισμένη»

O Σωτήρης Κατσέλος θέτει το θέμα των μεταρρυθμίσεων υποστηρίζοντας πως οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι άμοιρες ιδεολογικού προσήμου. Εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι «οι μεταρρυθμίσεις σημαίνουν αλλαγές και οι αλλαγές δημιουργούν κοινωνικές ανακατατάξεις, όχι πάντα ευπρόσδεκτες» σημειώνει ότι «ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας δεν είχε πραγματικά αποφασίσει αν ήθελε να πραγματοποιήσει πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που ευαγγελίζονταν». Ο συγγραφέας τονίζει πως «ο πολιτικός χώρος οφείλει πρώτα να προσδιορίσει τις μεταρρυθμίσεις που του ταιριάζουν βάσει του οράματός του για την κοινωνία, πριν ζητήσει από την κοινωνία να τις ενστερνιστεί» και εκτιμά πως έχουμε την ευκαιρία να φτάσουμε το επίπεδο των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.