Σάββατο, 03 Φεβ 2018

Ομιλία Π. Πικραμμένου στην εκδήλωση «Κοινό περί δικαίου αίσθημα Vs. Κράτος δικαίου»

αρθρο του:

Ξεκινώ παραθέτοντας μια ιστορία που διάβασα σε ένα σημείωμα του Στέφανου Κασιμάτη (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ – 19 Ιανουαρίου 2018) σχετικά με την παρουσίαση ενός βιβλίου με τίτλο «Ο Μέγας Αλέξανδρος με την οικογένειά του είναι θαμμένοι στους βασιλικούς τάφους ΙΙ και ΙΙΙ της Βεργίνας». Η κυρία Ελένη Αρβελέρ υιοθέτησε την προσέγγιση αυτή, όμως η ειδικός αρχαιολόγος Αγγελική Κοτταρίδου την αντέκρουσε βασισμένη στην αρχαιολογική μεθοδολογία και άσκησε σφοδρή κριτική, φέρνοντας σε δύσκολη θέση την κ. Αρβελέρ. Η αντίδραση του κοινού είναι που έχει ενδιαφέρον. Βλέποντας το όνειρο να κατεδαφίζεται το μεγαλύτερο μέρος του κοινού άρχισε να φωνάζει «ντροπή», «αίσχος» κλπ, μάλιστα κάποιος είπε την κ. Κοτταρίδου «γαϊδούρι». Βλέπετε, το θορυβώδες, μεγάλο μέρος του κοινού ήθελε ο τάφος του Μεγάλου Αλεξάνδρου να είναι στην Βεργίνα, όπως φαντάζομαι ήθελε, και εδώ που τα λέμε και ποιος δεν το ήθελε, και τόσα άλλα: να δει τα μνημόνια να σκίζονται, τις συντάξεις να επανέρχονται με μια υπουργική απόφαση, το χρέος να διαγράφεται ως «επαχθές, απεχθές και επονείδιστο, τα κόκκινα δάνεια να χαρίζονται και τον Σώρρα να διαθέτει 600 δισ. δολλάρια για τη σωτηρία του Έθνους κλπ. Μια μικρή πλατεία Συντάγματος λοιπόν στην παρουσίαση ενός βιβλίου και το χειρότερο είναι ότι επρόκειτο για ένα ζήτημα καθαρά επιστημονικό για το οποίο θα έπρεπε να μετράει η γνώμη των ειδικών και όχι των πολλών.

Βέβαια υποστηρίχθηκε τελευταία ότι η παρουσία του κόσμου στις πλατείες είναι μια τομή που αλλάζει τα δεδομένα και αναγκάζει όλους να επαναπροσδιορισθούν. Είναι όμως πράγματι έτσι; Θα ξεκινήσω προσπαθώντας να προσδιορίσω τι θεωρούμε κοινή γνώμη.

Οι Ρουβίκωνες δικάζουν, οι Χρυσαυγίτες δικάζουν, οι συνδικαλιστές δικάζουν. Το κράτος δικαίου είναι σε πλήρη υποχώρηση! 

Μπορούμε ίσως να την ορίσουμε ως το άθροισμα ατομικών γνωμών, απόψεων και στάσεων πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα που εκφέρεται από ένα σημαντικό ποσοστό των μελών της κοινωνίας. Πως μετριέται αυτό; Δύσκολο πράγμα. Ρωτήστε και τους δημοσκόπους... Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Άλλα σου λένε την Παρασκευή, άλλο βγαίνει την Κυριακή. Και αν είναι δύσκολο για τους δημοσκόπους, φανταστείτε πόσο πιο δύσκολο είναι για τους δικαστές...

Η κοινή γνώμη συνδέεται με ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος και για ορισμένους θέτει τα όρια της δημόσιας πολιτικής που μπορούν να αποδεχτούν οι πολίτες. Ορισμένες φορές μια κυβέρνηση βρίσκει πιο σημαντικές τις γνώμες μιας μερίδας μελών της κοινωνίας από κάποιας άλλης. Η κοινή γνώμη ως έννοια διαθέτει μια μακρά ιστορία. Στην Αρχαία Ελλάδα η κοινή γνώμη διαμορφωνόταν στους ανοιχτούς υπαίθριους χώρους στις αγορές, στα κουρεία στις πλατείες, στους χώρους της εκκλησίας του δήμου και των άλλων θεσμικών φορέων της πολιτείας. Σήμερα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης διαδραματίζουν, τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης (τηλεόραση, τύπος, ραδιόφωνο) και τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, twitter κλπ). Τα μέσα αυτά προβάλλουν και επιβάλλουν πρότυπα και κατακλύζοντας τον κόσμο από πληροφορίες, τις οποίες είναι πολύ δύσκολο για τον πολίτη να τις αποκωδικοποιήσει και να τις ταξινομήσει ορθολογικά. Βλέπουμε όλοι το ίδιο αλλά δεν καταλαβαίνουμε όλοι το ίδιο. Σημαντικό ρόλο στην αποκωδικοποίηση και την ορθολογική αποτίμηση, διαδραματίζει η παιδεία του καθενός το πνευματικό του επίπεδο, ο αξιακός του κώδικας, οι παραδόσεις, το πολιτιστικό του υπόβαθρο. Άρα κοινή γνώμη ως απόλυτο δεδομένο δεν υπάρχει, ορισμένοι δε θεωρούν ότι πρόκειται για τεχνητή νοητική κατασκευή (Pierre Bourdieu).

Η κοινή γνώμη μεταβάλλεται εύκολα. Σε περιόδους που προβάλλεται από τα ΜΜΕ ένα ζήτημα βλέπουμε ότι ιεραρχείται ψηλά στις προτεραιότητες των πολιτών. Αν σε ένα μήνα, το ζήτημα αυτό έχει αποσυρθεί από την επικαιρότητα αυτομάτως υποβαθμίζεται και στην ιεράρχιση της κοινής γνώμης. Ο πολιτικός προφανώς λαμβάνει τις διαθέσεις της κοινής γνώμης, και πολλές φορές εμφανίζεται ως αυθεντικός ερμηνευτής τους, όμως δεν μπορεί να σύρεται πίσω από αυτές. Τότε πολιτική θα έκαναν οι δημοσκόποι (όπως δυστυχώς γίνεται σε πολλές περιπτώσεις). Αν ο πολιτικός απλώς ακολουθούσε τις διαθέσεις της κοινής γνώμης και δεν έβλεπε μπροστά καθοδηγώντας και αγνοώντας το τι θέλει εκείνη τη στιγμή η πλειοψηφία, τότε πολλές καθοριστικές αποφάσεις για την πορεία της χώρας δεν θα είχαν ληφθεί. Αν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αποφάσιζε με βάση τις διαθέσεις της κοινής γνώμης η μεγάλη πλειοψηφία της οποίας υιοθετούσε το σύνθημα “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο”, η χώρα δεν θα είχε ενταχθεί στην ΕΟΚ. Για να μην πάω στο πιο πρόσφατο, ότι αν είχε πορευθεί η χώρα με βάση το αποτέλεσμα του πρόσφατου δημοψηφίσματος, η χώρα θα βρισκόταν σήμερα εκτός ευρωζώνης; Άρα λοιπόν ο πολιτικός δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψιν την κοινή γνώμη; Στη δημοκρατία ισχύει η αρχή της πλειοψηφίας. Όπως αυτή καταγράφεται στις εκλογές κι όχι με βάση τις διαθέσεις της στιγμής, όπως συμβαίνει με τις δημοσκοπήσεις. Και το αποτέλεσμα των εκλογών είναι αποτέλεσμα. Είτε μας αρέσει, είτε όχι. Παρότι πρέπει να δεχθούμε την άποψη ότι και οι λαοί κάνουν λάθος. Ας πάμε καλύτερα στο μακρινό παρελθόν. Δεν έκαναν λάθος οι Γερμανοί που το 1933 ψήφισαν τον Χίτλερ; Δεν ήταν λάθος η επιλογή του ελληνικού λαού το 1920, που οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή; Σε κάποιες περιπτώσεις «η κοινή γνώμη είναι η χειρότερη γνώμη».

Μπορεί άραγε η κοινή γνώμη και η πολιτική εξουσία να επηρεάσουν τη δικαστική εξουσία και πως; Θεωρώ ότι τα ΜΜΕ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων επηρεάζουν έμμεσα και ορισμένες φορές καίρια την ανεξαρτησία των δικαστών και, κατ΄ ακολουθία, την απονομή της δικαιοσύνης. Με τους κλασικούς αλλά και με νέους πιο περίτεχνους αλλά και απροσχημάτιστους τρόπους με αποτέλεσμα η Δικαιοσύνη να νοιώθει το βάρος της παρουσίας τους πριν καν αρχίσει να εξετάζεται η ουσία της υπόθεσης. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις μεγάλου ενδιαφέροντος ή που επηρεάζουν μεγάλο μέρος ή το σύνολο της κοινωνίας στήνονται τηλεδίκες που καταλήγουν σε συμπεράσματα, κρίνονται βέβαια με το περί του δικαίου αίσθημα του τηλεπαρουσιαστή και των συμμετεχόντων και όχι με βάση του κανόνα δικαίου που εφαρμόζει ο δικαστής. Με τον τρόπο αυτόν έμμεσα, αλλά και πολλές φορές απροσχημάτιστα ασκείται επιρροή στο έργο της Δικαιοσύνης και απόπειρα να υποδειχθεί ποια πρέπει να είναι η ετυμηγορία!

Ο δικαστικός λειτουργός κατά την απονομή της Δικαιοσύνης δεν πρέπει να επηρεάζεται από την «κοινή γνώμη» ή το «λαϊκό αίσθημα».

Ένα άλλο φαινόμενο της εποχής μας είναι οι διάφορες κοινωνικές ομάδες και φορείς που θεωρούν ότι πρέπει να απονέμουν Δικαιοσύνη με τον δικό τους τρόπο! Έτσι οι Ρουβίκωνες δικάζουν, οι Χρυσαυγίτες δικάζουν, οι συνδικαλιστές δικάζουν και πάει λέγοντας! Διακρίνετε εδώ πουθενά το κράτος δικαίου; Όχι βέβαια. Είναι σε πλήρη υποχώρηση! 

Άλλος τρόπος πίεσης είναι οι δημοσκοπήσεις. Σε αυτές επανέρχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα το ερώτημα πόση εμπιστοσύνη έχουν οι πολίτες στη Δικαιοσύνη ή σε συγκεκριμένα Δικαστήρια. Το βάρος λοιπόν που έχει να αντιμετωπίσει η ηγεσία της Δικαιοσύνης αλλά και ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός είναι διπλό! Από την μια μεριά αν ο τρόπος με τον οποίο θα χειριστεί την υπόθεση και θα δώσει τη λύση θα ικανοποιήσει τους «φορείς» της κοινής γνώμης και ταυτόχρονα ποια θα είναι η συνέπεια των ενεργειών στην «άποψη» της κοινής γνώμης για τον θεσμό της Δικαιοσύνης.

Πώς αντιμετωπίζει η Δικαιοσύνη αυτές τις πιέσεις; Όπως είναι γνωστό οι δικαστές, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, δεν είναι υπόλογοι στο εκλογικό σώμα ούτε και στους αιρετούς του αντιπροσώπους. Κατά τις συνταγματικές επιταγές, η λογοδοσία της δικαστικής εξουσίας συνίσταται στη διαφανή λειτουργία της, στην υποχρέωση να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, στον έλεγχο των αποφάσεων αυτών μέσω των ενδίκων μέσων που ασκούνται εναντίον τους και στην πειθαρχική και ποινική ευθύνη των δικαστών. Εντούτοις, θεωρώ ότι και ο μη θεσμικός, ο εξωτερικός έλεγχος της δικαιοσύνης είναι όχι μόνο θεμιτός αλλά και επιβεβλημένος δεδομένου ότι η ανεξαρτησία αποτελεί μεν προνόμιο των δικαστών, αλλά υπάρχει κυρίως για χάρη των πολιτών υπέρ των οποίων λειτουργεί η δικαιοσύνη. Η ανεξαρτησία δεν πρέπει και δεν μπορεί να είναι ένα παραπέτασμα, πίσω από το οποίο κρύβεται η δικαστική εξουσία. Ο δικαστής οφείλει να επιτελεί σωστά το λειτούργημά του και αυτό διασφαλίζεται τόσο με τον θεσμοθετημένο αυτοέλεγχο όσο και με τον έλεγχο που του ασκούν οι λοιπές, συνταγματικές και μη, εξουσίες.   Συνεπώς, ναι στον έλεγχο και την κριτική, αλλά με επιστημονικά και όχι με καιροσκοπικά και λαϊκίστικα κριτήρια!

Υπάρχει, βέβαια πάντοτε ο κίνδυνος ο έλεγχος αυτός να μετεξελιχθεί σε αυθαιρεσία και να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων και συμφερόντων. Είναι πολλά τα παραδείγματα στα οποία δικηγόροι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν τόσο την προσωπικότητα των δικαστών ή ακόμη περισσότερο το αντικείμενο των υποθέσεων, προκειμένου να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη προς το συμφέρον των ιδίων και των εντολέων τους. Ακόμη, πολλές δικαστικές αίθουσες μετατράπησαν, σε fora πολιτικής, οικονομικής, ιδεολογικής ή ακόμη και οπαδικής αντιπαράθεσης αποσπώντας με τον τρόπο αυτό τους δικαστές από την ουσία της υποθέσεως και καθιστώντας τους διαιτητές στις διαμάχες που εκτυλίσσονταν εκεί.

Για την αντιμετώπιση της λεγόμενης κοινής γνώμης τα Δικαστήρια, σε μια προσπάθεια εξηγήσεως των αποφάσεών τους, έχουν ιδρύσει γραφεία ή εγκαταστήσει εκπροσώπους τύπου και διατηρούν επίσημους λογαριασμούς στα social media. Νομίζω όμως ότι ο καλλίτερος τρόπος αντιμετώπισης είναι η πλήρης διαφάνεια καθώς και η εντύπωση πλήρους αμεροληψίας που πρέπει να δίνεται στους πολίτες, ιδιαίτερα σε υποθέσεις μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό να αναφερθώ σε ένα προσωπικό παράδειγμα: Δίκη μνημονίου, Διάδικοι: Δικηγορικοί Σύλλογοι, Συνδικαλιστικοί φορείς, ΓΣΕΕ κλπ. Μεγάλη πίεση από έξωθεν (κοινωνία και φορείς)

Ερωτήματα:  α) Θα δικαστεί άμεσα ή όχι; β) Ποιός σχηματισμός θα τον δικάσει; και γ)   Ποιοί θα είναι εισηγητές;

Είμαι λοιπόν κατηγορηματικός ότι ο δικαστικός λειτουργός κατά την απονομή της Δικαιοσύνης δεν μπορεί και δεν πρέπει να επηρεάζεται από την λεγόμενη «κοινή γνώμη» ή το «λαϊκό αίσθημα». Διότι δουλειά του δικαστικού λειτουργού είναι η ερμηνεία και η εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ο οποίος είναι ή τουλάχιστον πρέπει να είναι προϊόν λογικής επεξεργασίας. Επομένως, αυτό και μόνο που μπορεί να κάνει ο δικαστικός λειτουργός σε περίπτωση που είναι αναγκαία η ερμηνεία του κανόνος δικαίου είναι να τον προσαρμόσει ώστε να είναι σύμφωνος με τις συνταγματικές και γενικές αρχές όπως της λαϊκής κυριαρχίας, της ισότητας, της ίσης κατανομής των βαρών, της αναλογικότητας κλπ. Ή να τον κηρύξει αντίθετο με το Σύνταγμα αν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό! Συνεπώς, ερμηνεία του κανόνα δικαίου, προς ικανοποίηση προσκαίρου «περί δικαίου αισθήματος» ή με σκοπό την ικανοποίηση της λεγόμενης «κοινής γνώμης» δεν είναι επιτρεπτή. Αλλά να πω και κάτι πρακτικό. Υπήρξαν πράγματι φορές που κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε είτε για λόγους σκοπιμότητας ή ικανοποίησης φιλοδοξιών ή λόγω μεγάλων πολιτικών πιέσεων και επίκληση του δημοσίου συμφέροντος κλπ.

Ο πολιτικός δεν ακολουθεί απλώς. Ηγείται. Είναι εκείνος που πρέπει να διαμορφώνει την κοινή γνώμη.

Τι διδάσκει όμως η εμπειρία; Ότι τις στραβές αυτές και ευκαιριακές νομολογιακές λύσεις τις βρίσκουμε πάντοτε μπροστά μας και στέκονται εμπόδιο στην ορθή διάγνωση των επόμενων υποθέσεων!

Μια τελευταία μορφή απόπειρας περιορισμού της δικαστικής ανεξαρτησίας στην οποία θα αναφερθώ, αφορά τις παρεμβάσεις της πολιτικής εξουσίας, ιδίως του νομοθέτη, πριν, κατά την διάρκεια και μετά το πέρας του δικαστικού ελέγχου. Πρόκειται για μία κλασσική μορφή παρέμβασης στην λειτουργία της δικαιοσύνης, η οποία όμως διαρκώς ανανεώνεται καθώς ο έλληνας νομοθέτης, χειραγωγούμενος πλήρως από την κυβερνητική πλειοψηφία, προσπαθεί να είναι αρεστός στην πίεση ορισμένων φορέων ή συμφερόντων και ευρύτερα της κοινής γνώμης επικαλούμενος το πρόσχημα της προώθησης του κυβερνητικού έργου. Προκειμένου δε να επιτύχει τον σκοπό του αυτό, γίνεται μέρα με την μέρα όλο και πιο ευρηματικός στην προσπάθειά του να αποφύγει ή να καταστήσει άνευ αντικειμένου τον δικαστικό έλεγχο. Οι νομοθετικές αυτές παρεμβάσεις, τις οποίες επιχειρούν όλες οι κυβερνήσεις ανεξαρτήτως της πολιτικής τους ιδεολογίας, αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα δεινά του ελληνικού νομικού πολιτισμού καθώς στην πραγματικότητα στοχεύουν αν όχι στην αναίρεση της άσκησης της δικαστικής λειτουργίας για ορισμένες υποθέσεις ή κατηγορίες υποθέσεων.

Η πρακτική των νομοθετικών παρεμβάσεων κατά την άσκηση του δικαστικού ελέγχου δεν είναι καινούργια. Όσον αφορά την διοικητική δικαιοσύνη, ήδη το 1929 κατά τις συζητήσεις στη Βουλή σχετικά με την ίδρυση του Συμβουλίου της Επικρατείας και τις πιθανές συγκρούσεις μεταξύ του Δικαστηρίου αυτού και της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ο Βενιζέλος επισήμαινε: « Αν αι περιστάσεις ήθελον ενδείξει (…) καταχρηστικάς διαθέσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, θα ήτο δυνατόν εις την Κυβέρνησιν να καλέση αμέσως την Βουλήν, να θεσπίση νόμον ερμηνευτικόν (…) και να αποτρέψη την εν τω μέλλοντι επανάλληψιν ομοίας εφαρμογής του νόμου». Σειρά μεταπολεμικών νόμων προέβλεπαν ότι οι πράξεις που εξεδίδοντο σύμφωνα με αυτούς δεν υπέκειντο σε κανένα ένδικο μέσο. Στα μέσα της δεκαετίας του 80 άρχισε να εφαρμόζεται η τακτική της κύρωσης με νόμο πλημμελών διοικητικών πράξεων προκειμένου να αποκατασταθεί η νομιμότητά τους. Με άλλους δε μεταγενέστερους νόμους προεβλέπετο η κατάργηση εκκρεμών δικών καθώς και η αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων των δικαστικών αποφάσεων. Σε όλες αυτές τις προσπάθειες του νομοθέτη για αδρανοποίηση των αποτελεσμάτων του δικαστικού ελέγχου, το Συμβούλιο της Επικρατείας άλλοτε άμεσα και άλλοτε μετά από νομολογιακές αμφιταλαντεύσεις, αντιπαρέταξε το Σύνταγμα και ειδικά τα άρθρα του που κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και την ακυρωτική αρμοδιότητά του και διαφύλαξε για τον εαυτό του και για τα Διοικητικά Δικαστήρια το δικαίωμα να ελέγχουν όλες τις πτυχές της διοικητικής δράσης, πλην των κυβερνητικών πράξεων.

Στη συνέχεια, η προσπάθεια αυτή του νομοθέτη πήρε ευρύτερες διαστάσεις: Έχοντας την προηγούμενη εμπειρία, ο νομοθέτης δεν σκόπευε πλέον στο να άρει τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων αλλά προσπαθούσε να αποφύγει τον δικαστικό έλεγχο στο σύνολό του. Εκμεταλλευόμενος την πηγάζουσα από την συνταγματική αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών δικονομική απαγόρευση ακυρώσεως τυπικών νόμων, ο κοινοβουλευτικός νομοθέτης προέβαινε σε ειδικές και συγκεκριμένες ρυθμίσεις, σε ατομικούς νόμους οι οποίοι ρύθμιζαν την παραμικρή λεπτομέρεια ώστε να μην υπάρχει ανάγκη εκδόσεως διοικητικής πράξεως, η οποία θα καθιστούσε δυνατό τον δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας και ίσως της συνταγματικότητας της ρυθμίσεως. Εντούτοις, και στις περιπτώσεις αυτές το Συμβούλιο της Επικρατείας κατάφερε, αναπτύσσοντας τη νομολογία του, να ελέγξει τη συνταγματικότητα και την, εν γένει, νομική ορθότητα των ρυθμίσεων.

Προς ενίσχυση και νομιμοποίηση δε όλων των ως άνω παρεμβάσεων προβάλλονται συνεχώς επιχειρήματα που βασίζονται στην άποψη που έχει η κοινή γνώμη για την μη δημοκρατική νομιμοποίηση των δικαστών, για τις ακτιβιστικές τους τάσεις, για την καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης, για το ύψος των απολαβών τους κ.λπ.

Επικίνδυνα πράγματα! Και παίγνια εν ου παικτοίς!

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ο πολιτικός λοιπόν πρέπει να λαμβάνει υπόψιν του την κοινή γνώμη, δεν πρέπει όμως να καθοδηγείται από αυτήν. Αυτό θα αναιρούσε το ρόλο του. Θα τον αντικαθιστούσαν οι δημοσκόποι, όπως βλέπουμε πολλές φορές να γίνεται δυστυχώς. Βλέπουμε να λαμβάνονται αποφάσεις όχι με βάση το συμφέρον της χώρας αλλά προκειμένου να κερδηθούν κάποιοι πόντοι στις δημοσκοπήσεις. Η πολιτική όμως έχει κατ΄ εξοχήν παιδαγωγικό ρόλο. Ο πολιτικός δεν ακολουθεί απλώς. Ηγείται. Είναι εκείνος που πρέπει να διαμορφώνει την κοινή γνώμη. Που πρέπει να οδηγεί τους πολίτες στο μέλλον. Που πρέπει να δίνει το παράδειγμα υπεράσπισης αρχών και αξιών.

Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για τον δικαστικό λειτουργό. Πρέπει με τις αποφάσεις του να υποδεικνύει το ορθό, να διαμορφώνει το μέλλον και να υπερασπίζεται σθεναρά και ανεπηρέαστα αρχές και αξίες!


* Το κείμενο βασίζεται στην ομιλία του Π. Πικραμμένου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών: «Κοινό περί δικαίου αίσθημα VS Κράτους δικαίου- Το δύσκολο τρίγωνο: Δικαιοσύνη - Κοινή Γνώμη - Πολιτική»


Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης:

Βασίλειος Μαρκής, επίτιμος Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, επίτιμος Πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων  (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, Καθηγητής Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών (δείτε την ομιλία, εδώ)

Σταύρος Τσακυράκης, Καθηγητής Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Καθηγητής Νομικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Συντονίζει η δημοσιογράφος, Ιωάννα Μάνδρου (δείτε την ομιλία, εδώ)

 

31.1.2018 Ομιλία Π. Πικραμμένου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Πικραμμένος, Παναγιώτης

Παναγιώτης Πικραμμένος, επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρώην υπηρεσιακός Πρωθυπουργός