Ο Κωνσταντίνος Σοφούλης γράφει για τα ελληνικά πανεπιστήμια και αναρωτιέται αν «κοροϊδευόμαστε»: «Πολλές οι αφορμές, και η πιο πρόσφατη η Πανούσιος παρέμβαση στο πανεπιστημιακό μας χάος. Χειριζόμαστε το πανεπιστημιακό ζήτημα χωρίς την στοιχειώδη λογική. Δηλαδή, κοροϊδευόμαστε για να καλύπτουμε κάποιες άλλες κρυφές, ίσως και ντροπιαστικές, προθέσεις μας. Το νέο επεισόδιο με το Πανούσιο Πανεπιστήμιο με παρέπεμψε στο προσωπικό αρχείο μου και ειδικά στο πρώτο memo με το οποίο προσήλθα στην πρώτη μου συνάντηση στο Λονδίνο, με τον αείμνηστο Sir Keneth Alexander που είχα επιλέξει ως βασικό μου σύμβουλο, όταν μου ανατέθηκε η ίδρυση και οργάνωση του Πανεπιστημίου Αιγαίου.»

O Αθανάσιος Τσαυτάρης γράφει για την «εξυπνάδα μας»: «Παρά την πρωτεύουσα σημασία του, το νευρικό μας σύστημα είναι το λιγότερο μελετημένο όργανο, συγκριτικά με τα υπόλοιπα οργανικά μας συστήματα. Αναμενόμενο θα πείτε ένεκα της πολυπλοκότητας του: του κεντρικού εγκεφάλου, περιφερειακών νεύρων, αισθητήριων οργάνων, κ.ά. Κυρίως όμως της ιδιαίτερης λειτουργίας του. Αφού είναι το μόνο από τα όργανα μας που χειρίζεται πληροφορίες. Συλλέγει και επεξεργάζεται δεδομένα (data) από τα εξωτερικά και εσωτερικά αισθητήρια, εξάγει πληροφορίες από τα δεδομένα, μετατρέπει πληροφορίες σε γνώση κι αυτήν σε σοφία, αποθηκεύει, μεταδίδει τα παραπάνω με προφορικό ή γραπτό λόγο, κ.λπ.»

Ο Κίμωνας Βελιτζανίδης γράφει με αφορμή τις δηλώσεις βουλευτή της κυβερνητικής πλειοψηφίας, περί «παράκαμψης της Δικαιοσύνης» και «ανταλλαγής» των οχτώ Τούρκων με τους δύο Έλληνες στρατιωτικού: «Όταν η ιδέα της ανταλλαγής προπαγανδίζεται από κυβερνητικά στελέχη ως επωφελής και «πατριωτική», όταν διαρρέονται για καιρό παρασκηνιακές υποσχέσεις κορυφής προς τη γείτονα, οι αποφάσεις αυτές των δικαστών αποκτούν πρόσθετη αξία. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι τα κυβερνητικά νταούλια θα συνεχίσουν να χτυπούν τον σκοπό του εθνικισμού για καιρό, τουλάχιστον μέχρι να στηθούν οι επόμενες κάλπες. Φοβάμαι, όμως, πως -αντίθετα με όσα έγραφε ο Samuel Johnson- ο πατριωτισμός για τους καθ’ ημάς «απατεώνες» δεν αποτελεί «τελευταίο καταφύγιο», αλλά συνειδητή, πρωταρχική φενάκη.»

Ο Μελέτης Ρεντούμης γράφει για τους κινδύνους της τουρκικής οικονομίας: «Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών έχει διευρυνθεί άνω του 5% επί του ΑΕΠ, ενώ ο πληθωρισμός κυρίως από το 2016 και μετά έχει σαφείς αυξητικές τάσεις στα επίπεδα του 10% το οποίο είναι πολύ μακριά από τον στόχο της Κεντρικής Τράπεζας της χώρας. Με αυξημένο πληθωρισμό, που ισοδυναμεί με μειωμένα διαθέσιμα εισοδήματα, έλλειψη ανταγωνιστικότητας αλλά και σημαντική πολιτική αστάθεια στο εσωτερικό, η Τουρκία πρέπει να ξανασκεφθεί σοβαρά πόσο μπορεί να συντηρεί πολλαπλά ανοιχτά μέτωπα με τους γείτονές της αλλά και να αναλώνεται σε μία κούρσα εξοπλισμών η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανισορροπίες μέσω μίας δημοσιονομικής εκτροπής.»

Η Αναστασία Σαμαρά – Κρίσπη στον χαιρετισμό της στην εκδήλωση «Προστασία Προσωπικών Δεδομένων–Ηλεκτρονική Ταυτοποίηση» τονίζει: «Βασική ratio του Κανονισμού, που αφορά όλες τις επιχειρήσεις, εντός και εκτός Ε.Ε., εφόσον πρόκειται για Ευρωπαίους πολίτες, αποτελεί η προσπάθεια προστασίας του «επιχειρείν» των πολιτών της Ε.Ε., με ενδυνάμωση των δικαιωμάτων των πολιτών, μέσω βελτιωμένου ελέγχου των δεδομένων τους, που θα προστατεύονται επαρκώς πλέον, στην ραγδαία εξελισσόμενη ψηφιακή εποχή, ειδικώτερο δε σκοπό, αποτελεί η θεμελίωση σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ επιχειρήσεως και πελάτη, η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών φυσικών προσώπων, με επίκεντρο την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με καταλυτικές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.»

Ο Σίμος Ανδρονίδης γράφει για τις ιταλικές εκλογές: «Καθιστάμενη, στη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση παν-ιταλικό κόμμα, η 'Λέγκα' ανασημασιοδοτεί τη βαρύτητα των θεσμών της Ιταλικής Δημοκρατίας, σε ένα περιβάλλον που προσδιορίζεται από την αδυναμία ή την χαμηλή κοινωνική δυναμικότητα   της πολιτικής-θεσμικής Ιταλικής Αριστεράς. Το κόμμα της 'Λέγκας του Βορρά' 'φορτισμένα' διαμεσολαβεί υπαρκτές κοινωνικές αντιθέσεις, αξιώνοντας την ιδιαίτερη πολιτική-ιδεολογική δια-πάλη εναντίον των ελίτ που 'υπονομεύουν' την έκφραση ή τις εκφράσεις της 'σπαρασσόμενης' λαϊκότητας. Στο λόγο της σύγχρονης ακροδεξιάς, Ιταλικής και Ευρωπαϊκής, κινηματικής και θεσμικής, η αναγκαιότητα της 'επανάστασης' εναντίον των πολιτικών & οικονομικών ελίτ, ο ιδιότυπος αντι-ελιτίστικος λόγος, καθίσταται προϋπόθεση επανεπινόησης του κομματικού-πολιτικού 'εαυτού'.»

Ο Νίκος Γκιώνης γράφει για τον εθνικολαϊκισμός ως κατάσταση των πραγμάτων: «Κατά συνέπεια τι είναι ως κοινωνικός και νοητικός χώρος ο εθνικολαϊκισμός; Απαντώ, ορίζοντάς τον ως κατάσταση των πραγμάτων …μια αραιή λέμφος που διατρέχει πολλούς ζωτικούς ιστούς δίχως να είναι αίμα. Εθνολαϊκιστής μπορεί νάναι κάποιος, που ο βασικός του αυτοπροσδιορισμός να χαρακτηρίζεται αλλιώς. Ο εθνολαϊκισμός ως ρέουσα κατάσταση των πραγμάτων σε συνθήκες κοινωνικής ακηδίας δηλ. αφροντισιάς περιέχει μπόλικο λαϊκισμό αλλά όχι μόνο. Ο παλιός αιρετικός διανοούμενος της πολωνικής Αλληλεγγύης Άντ.Μίεχνιτς, είχε δώσει έναν σαφή όσο και λιτό ορισμό του. Είχε πεί πως ποπουλισμός είναι η ακραία υποχώρηση του σαφούς μπροστά στην καλπάζουσα χύδην υπεραπλούστευση.»

Ο Γιώργος Προκοπάκης γράφει για τη διαχείριση του μνημονίου: «Η επομένη της τρίτης ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, είναι και η έναρξη της εφαρμογής της πολιτικής των θηριωδών πλεονασμάτων, σε περίοδο μηδενικής ανάπτυξης. Τα data συνηγορούν πως μέρος τουλάχιστον των πλεονασμάτων ήταν πλασματικό ή προσωρινό. Βασικό εργαλείο διαχείρισης ήταν το βραχυπρόθεσμο χρέος, διαφόρων μορφών, το οποίο έχει φθάσει σε αστρονομικό ύψος με προοπτική περαιτέρω αύξησης. Η πολιτική της δημιουργίας «μαξιλαριού για καθαρή έξοδο» φαίνεται να αποτυγχάνει ως προς το σκέλος της συνεισφοράς των αγορών – ή θα είναι πανάκριβη επιλογή. Προκαλεί εντύπωση η διαχειριστική πολιτική της μη διαπραγμάτευσης της χρήσης των πόρων του μνημονίου που περισσεύουν για την αντικατάσταση ακριβού δανεισμού»

Ο Γιώργος Στρατόπουλος στο άρθρο του γράφει για την ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους: «Η ελάφρυνση του ιδιωτικού χρέους παραμένει αναγκαιότητα αντίστοιχη με την αναγκαιότητα ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους. Είναι μια από τις τελευταίες πράξεις του ελληνικού δράματος και δεν αποφεύγεται. Όπως ξέρουμε, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας έγινε τόσο δυσβάσταχτο, επειδή η χώρα έχασε το ¼ του ΑΕΠ της και, προς αντιμετώπιση της υπερχρέωσης, η Ευρώπη προσέφερε τεράστια ελάφρυνση χρέους μέσω επιμηκύνσεων και χαμηλών επιτοκίων (OSI). Αλλά η τεράστια μείωση του ΑΕΠ είχε αντίστοιχες δραματικές επιπτώσεις και στο ιδιωτικό χρέος. Τα νοικοκυριά απώλεσαν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους, του «δικού τους ΑΕΠ». Και για τους ίδιους λόγους, το ιδιωτικό χρέος έγινε δυσβάσταχτο.»

Ο Γιώργος Τζογόπουλος γράφει για τις σχέσεις της Ευρώπης με τις κινεζικές επενδύσεις: «Για ακόμα μία φορά, η Ευρώπη δεν ασχολείται με τη ρίζα του κακού αλλά απλώς μετριάζει τις συνέπειες. Στο νέο κεφάλαιο των σινοευρωπαϊκών σχέσεων που έχει πια ανοίξει, επιδιώκει να περιορίσει την κινεζική επιρροή ενώ έχει ανάγκη τα κινεζικά κεφάλαια για να τονώσει την αναιμική ανάπτυξή της. Μάλιστα, το σημαντικό πλεονέκτημα της Κίνας παραμένει η ικανότητά της να πείθει τους πολιτικούς και τις κοινωνίες στην Ευρώπη να συνεργάζονται μαζί της σε τομείς όπου η Δύση απουσιάζει. Ρεαλιστικά στόχος της Ένωσης δεν είναι να απαρνηθεί το κινεζικό «win-win» αλλά να επιβάλει όσο το δυνατόν περισσότερους όρους της σε αυτό.»