Παρασκευή, 16 Φεβ 2018

Ομιλία Γ. Σαββαΐδη στην εκδήλωση «Με αφορμή το όνομα – Συγκυρία και στρατηγική στα Βαλκάνια»

αρθρο του:

Ευχαριστώ πολύ τους οργανωτές του Ε-Κύκλου και τον Πρόεδρο κύριο Ε. Βενιζέλο για την τιμή της προσκλήσεως και όλο το ακροατήριο για την παρουσία του απόψε.

Θα ήθελα να αρχίσω, όπως λέει ο λαός, με μια διαπίστωση: «Ήμουνα νιός και γέρασα». Θυμάμαι ότι σήμερα συμπληρώνονται ακριβώς τα διπλάσια χρόνια που είχα όταν το 1981 ανέλαβα κατόπιν αιτήσεώς μου, την Διεύθυνση του Ελληνικού Γεν. Προξενείου Σκοπίων. Και επήγα εκεί ως εθελοντής, τον Φεβρουάριο του 1981, και, ζητώντας, όπως τότε ήταν συνηθισμένο, μια αποχαιρετιστήρια σύντομη συνάντηση με τον Υπουργό, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Δεν μπορώ να επαναλάβω ακριβώς τις λέξεις που μου είπε αλλά θυμάμαι το βασικό μήνυμα. Δύο πράγματα, δυο σημεία:

Πρώτον, ότι οι καλές και παραγωγικές σχέσεις Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας είναι η βάση της διαβαλκανικής μας πολιτικής και βάση της διαβαλκανικής συνεργασίας, η οποία είχε ήδη αρχίσει από την προηγούμενη δεκαετία.

Δεύτερον, ότι τα ενοχλητικά εκείνα που κάνουν τα Σκόπια τα παρακολουθούμε και τα αντιμετωπίζουμε όπου χρειάζεται, στο επίπεδο που χρειάζεται, και όταν χρειάζεται. Με αυτές τις δύο μικρές οδηγίες και συμβουλές αναχώρησα στα Σκόπια τον Φεβρουάριο του 1981.

Έρχομαι στα νεότερα. Πέρασε μια δεκαετία, βρεθήκαμε στη διάλυση της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας την ανεξαρτητοποίηση των Σκοπίων και τα γνωστά προβλήματα από το 1992 και μετά. Παραλείπω τα περί της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, τα κάλυψε και νωρίτερα ο αγαπητός φίλος Δημήτρης Καραϊτίδης και έρχομαι στα νεότερα. Θα επικεντρωθώ στο τί προηγήθηκε από τη Διάσκεψη του Βουκουρεστίου στο ΝΑΤΟ και τί επακολούθησε.

Η εθνική θέση ονομάσθηκε εν είδει συντομογραφίας, πρώτα λύση και μετά ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Τον Ιούλιο του 2007, και, συγκεκριμένα στα τέλη Ιουλίου, η παρακαθήμενη κυρία Υπουργός των Εξωτερικών συγκάλεσε σύσκεψη στο γραφείο της με κλειστό κύκλο συνεργατών—τους περισσότερους συναδέλφους τους βλέπω ήδη εδώ στη δεύτερη σειρά των ακροατών μας σήμερα—με ένα βασικό αντικείμενο. Να μας ανακοινώσει, ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ του Απριλίου του 2008, δηλαδή Σύνοδο που θα ελάμβανε χώρα εννέα μήνες αργότερα, την κυβερνητική απόφαση η οποία συνίστατο ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να διαπραγματευθεί και να δεχθεί ως βάση επιλύσεως του ονοματολογικού, μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό περιεχόμενο και ισχύουσα έναντι όλων. Είπαμε όλοι τη γνώμη μας γύρω από το τραπέζι, συμφωνήσαμε σε μια βασική γραμμή και σε μια βασική διαπίστωση ότι αυτό έπρεπε να γίνει οπωσδήποτε την στιγμή εκείνη, δεδομένου ότι αν αφήναμε τα Σκόπια να μπουν στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στους δύο κύριους Ευρωατλαντικούς σχηματισμούς με την προσωρινή ονομασία, δεν θα είχε πλέον κανένα νόημα να συνεχίσουμε την οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για το όνομα. Ξέραμε πάρα πολύ καλά, ότι η χώρα αυτή από το 1995 που υπεγράφη η Ενδιάμεση Συμφωνία και μετά σε όσους διεθνείς οργανισμούς εισήλθε και κάνω μια διάκριση, εδώ, το ΝΑΤΟ δεν είναι απλός διεθνής οργανισμός, είναι Συμμαχία και επομένως οι όροι που ισχύουν και για την ένταξη και για την συμπεριφορά των μελών, είναι διαφορετικοί από οποιονδήποτε άλλον διεθνή διακρατικό οργανισμό, θα ήταν λοιπόν η τελευταία ευκαιρία και η τελευταία μας γραμμή αμύνης.

Όπου είχαν μπει προηγουμένως, του ΝΑΤΟ/PfP συμπεριλαμβανομένου, έμπαιναν με την προσωρινή ονομασία και συμπεριφέρονταν μετά ως Δημοκρατία της Μακεδονίας. Επομένως, τα ψέματα ήταν πολύ κοντά στο τέλος τους. Ελάβαμε, λοιπόν, αυτή τη νέα κυβερνητική θέση και στη διάρκεια εκείνης της συσκέψεως αποφασίσαμε τέσσερα πράγματα:

Πρώτον, από τον Ιούλιο 2007 και επέκεινα και μέχρι τον επόμενο Απρίλιο του 2008 θα συνεχιζόντουσαν με την πλήρη συμμετοχή και ενεργοποίηση της Ελλάδος, στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών, οι συνομιλίες για το όνομα.

Δεύτερον, η Υπουργός θα ανελάμβανε τη σφυρηλάτηση του εσωτερικού μετώπου με την παρουσίαση αυτής της θέσεως που είχε ληφθεί σε κυβερνητικό επίπεδο και στην προσπάθεια να συγκεντρώσει ένα εθνικό Consensus γύρω από αυτή την ονομασία. Το έπραξε ήδη και προ των εκλογών του 2007, και, επέτυχε την συμφωνία γύρω από την θέση αυτή, η οποία, αργότερα, ονομάσθηκε εθνική θέση, με μια μόνο εξαίρεση η οποία είναι γνωστή και δεν χρειάζεται να την μνημονεύσω σήμερα.

Τρίτον, στον τομέα τον δικόν μας, αναλαμβάναμε πλέον, με βάση τη στρατηγική που καταρτίσαμε στην Κεντρική Υπηρεσία, να παρουσιάσουμε την εθνική αυτή θέση, ταυτόχρονα με τα όρια της ελληνικής θέσεως ενόψει της επερχόμενης Συνόδου του ΝΑΤΟ, καθόσον αφορά τις προϋποθέσεις που η Δημοκρατία αυτή θα μπορούσε να γίνει δεκτή στη Συμμαχία.

Και, Τέταρτον, αυτή ακριβώς η εθνική θέση, όπως την αποφασίσαμε την ημέρα εκείνη, με δύο λόγια ονομάσθηκε εν είδει συνθήματος, εν είδει συντομογραφίας, πρώτα λύση και μετά ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Στο διάστημα που επακολούθησε μετά τις εκλογές του 2007 του Σεπτεμβρίου στο οποίο, σημειωτέον, αυτή η θέση ενετάχθη και στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβερνήσεως η οποία προήλθε από τις εκλογές εκείνες, μας έδωσε την δυνατότητα να την εξηγήσουμε σε όλα τα κράτη της Συμμαχίας, και στα μεγαλύτερα και στα μικρότερα, με βάση πάντα τις κεντρικές οδηγίες τις οποίες είχαμε καταρτίσει στην Αθήνα. Στείλαμε και ειδικές αντιπροσωπείες από το Κέντρο ώστε να εξηγήσουν και καλύτερα το θέμα και την εθνική θέση και τις προϋποθέσεις τις οποίες έθετε η Ελλάδα, καθ΄ όσον αφορά την επερχόμενη υποψηφιότητα της χώρας αυτής (ΠΓΔΜ), καθ΄όσον αφορά την ανάγκη επιλύσεως του θέματος πριν από την ένταξη.

Αυτά έγιναν ανελλιπώς σε όλο το διάστημα αυτό. Έγιναν επίσης ταξίδια σε κυβερνητικό επίπεδο. Σε όλες τις μεγάλες πρωτεύουσες περιλαμβανομένης και της Ουάσιγκτον τον Φεβρουάριο του 2008 και κατόπιν στην Σύνοδο των Υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ, πουν πάντα προηγείται πριν από τη λήψη οποιασδήποτε αποφάσεως σε επίπεδο κορυφής, τον Μάρτιο του 2008. Έτσι, φθάσαμε στο Βουκουρέστι με μια καλή προετοιμασία.

Με προετοιμασμένο το εσωτερικό μέτωπο, και, οπωσδήποτε, πολύ καθαρά εξηγημένη την εθνική μας θέση στο εξωτερικό, στις χώρες της Συμμαχίας. Βρεθήκαμε στο Βουκουρέστι σε μια κατάσταση όπου είχαμε τις τρεις υποψηφιότητες της Κροατίας, της Αλβανίας και της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, οι οποίες είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος μετέχοντας στο λεγόμενο ΜΑΡ δηλαδή το Membership Action Plan, το οποίο είναι προετοιμαστικό σχέδιο και στάδιο ώστε να φθάσουν στην ένταξη. Πέραν αυτών των τριών υποψηφιοτήτων, ζήσαμε την καθολική και τρομακτική θα έλεγα, επιθυμία των Ηνωμένων Πολιτειών, να απευθυνθεί ταυτόχρονα πρόσκληση εντάξεως στην Συμμαχία και στην Ουκρανία και στη Γεωργία. Αυτό ήταν το σκηνικό. Έγιναν συζητήσεις σε τρία επίπεδα. Στο πρωθυπουργικό επίπεδο, στο υπουργικό των Υπουργών Εξωτερικών και στο υπουργικό των Υπουργών Αμύνης. Το θέμα βασικά κρίθηκε στο πρωθυπουργικό επίπεδο και στο επίπεδο των Υπουργών Εξωτερικών σε ειδικά δείπνα εργασίας με πολύ περιορισμένη συμμετοχή. Θα πρέπει να πω ότι η τελική φόρμουλα, στην οποία είχαμε ετοιμάσει και για τα δύσκολα σενάρια και για τα πιο εύκολα σενάρια και σε επίπεδο Πρωθυπουργού και σε επίπεδο της Υπουργού Εξωτερικών, ήταν να είμαστε έτοιμοι ώστε να μην απομονωθούμε. Αυτό, τελικά, επετεύχθη με πολύ μεγάλη δυσκολία, βασιζόμενο, αφενός, στην πολύ καλή προετοιμασία που είχε γίνει από πριν, αλλά, αφετέρου επειδή επισυνέβησαν μέσα στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και γεγονότα, με κύριο αυτό το οποίο σας είπα για την Ουκρανία και τη Γεωργία, το οποίο προκάλεσε μεγάλη διάσταση απόψεων κυρίως μεταξύ των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Γερμανίας, ώστε, τελικά, η προσπάθειά μας να μην απομονωθούμε απέδωσε καρπούς πάρα πολύ σημαντικούς και αυτό που φοβόμασταν, την απομόνωση, μετετράπη σε ομόφωνη απόφαση. Θα πρέπει να σας εξηγήσω στο σημείο αυτό, ότι ο τρόπος εντάξεως των υποψηφίων χωρών στο ΝΑΤΟ διαφέρει ουσιαστικά και οι διαδικασίες είναι εντελώς διάφορες από εκείνες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.

Απευθύνεται πρώτα μία πρόσκληση για έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων οι οποίες κρατούν περίπου τρεις μήνες. Στη συνέχεια, επακολουθεί ένα στάδιο έξη με οκτώ μηνών για την κύρωση των Πρωτοκόλλων Προσχώρησης και αυτό είναι όλο. Δεν υπάρχουν, ούτε τα τριάντα πέντε κεφάλαια τα οποία γνωρίζουμε σε άλλες περιπτώσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε άλλα στάδια, ούτε καθεστώς παρατηρητών ή προετοιμασίας ή οτιδήποτε άλλο. Έχουν προηγηθεί αυτά πριν από την πρόσκληση. Επομένως, στο Βουκουρέστι επαίζοντο τα πάντα. Και κατορθώσαμε αυτό, το οποίο ήταν εξαιρετικά δύσκολο και ξεπερνούσε, θα πω, και τις προσδοκίες μας όταν ξεκινήσαμε, να έχουμε την ομόφωνη απόφαση. Σημειωτέον ότι η Ιδρυτική Συνθήκη της Ουάσιγκτον του 1949 του ΝΑΤΟ, δεν προβλέπει απλώς ομόφωνη απόφαση με την λέξη Consensus, αλλά υπάρχει η έκφραση ότι χρειάζεται unanimous decision. Είναι δηλαδή, πολύ ισχυρότερη από τη λέξη, την απλή του Consensus. Και αυτή την επιτύχαμε.

Για να δώσω ένα μέτρο αυτής της επιτυχίας, πρέπει να σας πω ότι το ΝΑΤΟ, σε επίπεδο πάντα Συνόδων Κορυφής πέντε φορές, πέντε φορές το επαναλαμβάνω μετά από τη Σύνοδο στο Βουκουρέστι, επανέλαβε κατά λέξη την απόφαση του Βουκουρεστίου. Αυτό το λέω για όσα θα συμπληρώσω μετά και για το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτό το πράγμα νομίζω ότι είναι ένα κεκτημένο πάρα πολύ σημαντικό όχι μόνο για την ελληνο-σκοπιανή διαφορά και για την πορεία της μέσα στη Συμμαχία, αλλά και οπωσδήποτε και γενικότερα για άλλες μεγάλες υποθέσεις οι οποίες άγονται κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο για απόφαση μέσα στη Συμμαχία.

Και κάτι ακόμα. Δεν θα απαιτηθεί οψέποτε ληφθεί μια απόφαση για ένταξη οποιασδήποτε χώρας εις την Βορειοατλαντική Συμμαχία, η απόφαση να λαμβάνεται σε επίπεδο κορυφής. Το Βορειοατλαντικό Συμβούλιο συνέρχεται σε τρία επίπεδα, Πρεσβευτικό, Υπουργικό και Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων και οι αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται   σε οποιοδήποτε επίπεδο και με την ίδια εγκυρότητα με την ίδια βαρύτητα την οποία λέμε, σε οποιοδήποτε επίπεδο. Το λέω αυτό για να μην θεωρηθεί ότι χάνεται μια ευκαιρία, έρχεται μια άλλη ευκαιρία, οτιδήποτε. Εάν υφίστανται και συμπίπτουν η ύπαρξη και η πλήρωση των αναγκαίων προϋποθέσεων, οι οποίες είναι δημόσια γνωστές και εξαγγελμένες ήδη από την δεκαετία των αρχών του 1990 του ΝΑΤΟ, στα πλαίσια της λεγόμενης πολιτικής των Ανοικτών Θυρών οποιαδήποτε χώρα είναι κατάλληλη για ένταξη μπορεί να το επιχειρήσει και να το πετύχει.

Έρχομαι τώρα και μετά από τη σύντομη και επιγραμματική περιγραφή για το τί συνέβη προ του Βουκουρεστίου και στο Βουκουρέστι, στα επακολουθήσαντα. Όπως είναι φυσικό για την κυβέρνηση της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας των Σκοπίων, αλλά, και επίσης για ορισμένους πολύ ισχυρούς προστάτες της, η ομόφωνη απόφαση του Βουκουρεστίου δεν επρόκειτο να περάσει και να μείνει όπως είχε, δηλ. χωρίς περαιτέρω αντίδραση.

Μετά την ανταλλαγή κατηγοριών για ελληνικό βέτο, για παρεμπόδιση, για υπονόμευση και για άλλες κατηγορίες που μας απευθύνθηκαν, απεφάσισε η κυβέρνηση των Σκοπίων, σε μια προφανή κίνηση φυγής προς τα εμπρός, να φέρει το θέμα σε μια δικαστική αντιμετώπιση στην Χάγη.

Είχαμε την ενδιάμεση συμφωνία, όπως ακούσατε και την έχουμε. Στο άρθρο 11 παρ. 1, προβλέπεται ότι η Ελλάδα δεν θα φέρει εναντίωση, objection όπως λέμε και όχι βέτο, στο αίτημα αυτής της Δημοκρατίας να ενταχθεί σε οποιονδήποτε διεθνή οργανισμό, εφόσον αυτό θα γίνει με την λεγόμενη προσωρινή ονομασία και ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να το πράξει, αν γινόταν διαφορετικά δηλαδή με την επίσημη συνταγματική ονομασία.

Με γνώμονα αυτό, με γνώμονα αυτή τη διάταξη και παρόλη την ύπαρξη άλλων διατάξεων μέσα στην ενδιάμεση συμφωνία, η οποία προβλέπει ότι η οποιαδήποτε υποχρέωση που λαμβάνεται στα πλαίσια της ενδιάμεσης συμφωνίας, δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με υποχρεώσεις των συμβαλλομένων που έχουν αναληφθεί με άλλες διεθνείς δεσμεύσεις, από άλλες διεθνείς συνθήκες, στο άρθρο 22 της ιδίας Συμφωνίας, τα Σκόπια αποφάσισαν να μας εναγάγουν, να προσφύγουν δηλαδή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης   κατηγορώντας μας για παραβίαση του άρθρου 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας.

Η κα Μπακογιάννη μου έκανε τη μεγάλη τιμή, μαζί με την εκλεκτή νομικό, δεν ξέρω αν παρίσταται απόψε εδώ, την κα Μαρία Τελαλιάν, σημερινή Διευθύντρια της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ, να ορισθούμε ως εκπρόσωποι της Ελληνικής Κυβερνήσεως ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου. Χρησιμοποιήσαμε τις υπηρεσίες κορυφαίων διεθνολόγων, όχι απλώς έμπειρων στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και τις διαδικασίες του, αλλά ειδικών για το Δίκαιο των Συνθηκών. Η διάρκεια της διαδικασίας ήταν τρία χρόνια, από το Νοέμβριο του ’08 μέχρι τον Δεκέμβριο του ’11. Όσον αφορά στο υλικό και στην επιχειρηματολογία, δεν έμεινε αρχείο του Υπουργείου μας, δεν έμεινε πληροφοριακό στοιχείο του Υπουργείου, που θα μπορούσε νομικά και πολιτικά να αξιοποιηθεί, στα πλαίσια της προσφυγής, και εις αντίκρουσή της, το οποίο να μην υποβληθεί στην Χάγη.

Και φθάσαμε στην απόφαση και εδώ ακριβώς θέλω να μείνω. Η απόφαση του Δεκεμβρίου 2011 και το λέω για δύο λόγους που θα εξηγήσω, έχει παρουσιασθεί συχνά στην Ελλάδα, αλλά και αλλού, αλλά μιλάω κυρίως για την Ελλάδα, ότι η χώρα μας καταδικάσθηκε, ότι η Ελλάδα ηττήθηκε, ότι η Ελλάδα έχασε από την απόφαση αυτή. Ποια είναι όμως η πραγματικότης, αν διαβάσουμε λίγο την απόφαση; Είναι 11 τόμοι το υλικό του Δικαστηρίου, δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να διαβάσει κανείς και τους 11 τόμους, αλλά μπορεί να πάει στην μία σελίδα της αποφάσεως. Αρχίζω από τα αιτήματα. Τα Σκόπια είχαν ζητήσει εισαγωγικά τρία αιτήματα. Το πρώτο ήταν να διαπιστώσει το Δικαστήριο ότι η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 11 παρ. 1, το δεύτερο να καλέσει την Ελλάδα να μην το πράξει εις το μέλλον και το τρίτο να καλέσει την Ελλάδα να μην το κάνει σε κανέναν άλλο διεθνή οργανισμό και ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην διάρκεια της διαδικασίας τα Σκόπια απέσυραν, γιατί τους συμβούλεψαν έτσι, ότι το τρίτο αίτημα δεν είχε καμία βάση και καμία περίπτωση να ευδοκιμήσει και μείναμε με τα δύο.

Τι έκανε το Δικαστήριο; Διεπίστωσε ότι η Ελλάδα, στο πρώτο σημείο, παραβίασε την ενδιάμεση συμφωνία και δη το άρθρο 11 παρ. 1. Το ρήμα το οποίο χρησιμοποιείται δεν είναι ούτε condemns, ούτε accuses ούτε τίποτα, είναι finds, διαπίστωση κάνει, δεν είναι ποινικό δικαστήριο για να καταδικάσει την Ελλάδα. Το πράγμα αυτό είναι μια φωτογραφία του Βουκουρεστίου και τίποτε άλλο (υπό μορφή διαπιστώσεως). Το δεύτερο σημείο το οποίο είναι και πολύ σημαντικό και εκεί ολοκληρώνω και τελειώνω, είναι ότι απέρριψε—το ρήμα που χρησιμοποιείται είναι rejects, όλους τους άλλους ισχυρισμούς της άλλης πλευράς και δη όλα τα αιτήματα που αφορούν στο μέλλον, λέγοντας ότι το Δικαστήριο δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την καλή πίστη της Ελλάδος ή οποιοδήποτε άλλου διαδίκου, ότι δεν θα εφαρμόσει την απόφαση.

Τα είπα όλα αυτά τα πράγματα, παρουσιάζοντας στον ελάχιστο χρόνο και προσπαθώντας να κάνω όσο μπορώ την καλύτερη διαχείριση του χρόνου μου, γιατί αυτά τα θέματα έρχονται στην σημερινή συζήτηση και στον σημερινό προβληματισμό, όχι μόνο για την ενημέρωση της ελληνικής κοινής γνώμης ή του οποιουδήποτε ενδιαφερομένου, αλλά διότι προσωπικά δεν θέλω να αφήσω σκιές ότι δηλ. ό,τι έγινε στη Χάγη ακριβώς να εμφανισθεί ότι δεσμεύει ή δένει την οποιαδήποτε διαπραγματευτική δυνατότητα έχει σήμερα η κυβέρνηση, η οποία σήμερα υπευθύνως καλείται να διαπραγματευθεί το θέμα του ονόματος.

Κλείνω με την παρατήρηση αυτή και σας ευχαριστώ πολύ


* Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του Γεώργιου Σαββαΐδη στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών «Με αφορμή το όνομα. Συγκυρία και στρατηγική στα Βαλκάνια» που πραγματοποιήθηκε στις 12.2.2018 στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρεταννία.

Στη συζήτηση συμμετείχαν επίσης:

Ευάγγελος Βενιζέλος, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, πρώην Υπουργός Εξωτερικών (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Ντόρα Μπακογιάννη, Βουλευτής ΝΔ, πρώην Υπουργός Εξωτερικών (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Δημήτρης Καραϊτίδης, πρέσβυς ε.τ. (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Βασίλης Κ. Γούναρης, Καθηγητής Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (διαβάστε την ομιλία, εδώ)

Κωνσταντίνα Μπότσιου, Αναπλ. Καθηγήτρια Σύγχρονης Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου  (διαβάστε την ομιλία εδώ)

Συντονίζει ο δημοσιογράφος Παντελής Καψής (δείτε την εισαγωγική τοποθέτηση, εδώ)

 

12.2.2018, Ομιλία Γ. Σαββαΐδη στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Σαββαΐδης, Γεώργιος

Γιώργος Σαββαΐδης, Πρέσβυς ε.τ.