Πέμπτη, 17 Ιαν 2019

Ομιλία Π. Βασιλειάδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη

αρθρο του:

Θα ήθελα κατ’ αρχήν να ευχαριστήσω τον εκδοτικό οίκο ΠΑΤΑΚΗ, και ιδιαίτερα τον Κύκλο Ιδεών, για την τιμητική προς εμέ πρόσκληση να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου Η Δημοκρατία μεταξύ Συγκυρίας και Ιστορίας. Προσδοκίες και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος, του Ευάγγελου Βενιζέλου, αγαπητού φίλου, συναδέλφου και σημαίνοντος πολιτικού της νεότερης ιστορίας της χώρας μας,

Ο συγγραφέας φυσικά δεν χρειάζεται συστάσεις. Αποτελεί μοναδικό φαινόμενο διανοούμενου, ο οποίος κινείται με άνεση όχι μόνον σε επιστημονικούς χώρους πέραν της ειδικότητός του – και δεν αναφέρομαι στα εκκλησιαστικά ζητήματα στα οποία θα αναφερθώ πολύ σύντομα στη συνέχεια – κυρίως στα οικονομικά, στα οποία η θητεία του και οι επιτυχίες του δεν έχουν προηγούμενο για τον κάθε σκεπτόμενο Έλληνα, ανεξαρτήτως πολιτικών, ιδεολογικών, ακόμη και οικονομικών πεποιθήσεων. Αποτελεί με λίγα λόγια την προσωποποίηση του αρχαιο-ελληνικού αποφθέγματος πως «μόνον όταν οι φιλόσοφοι (διάβαζε στην νεωτερική εποχή βαθυστόχαστοι επιστήμονες) κυβερνήσουν μπορεί να υπάρχει πρόοδος στο λαό». Θα μπορούσε με άλλα λόγια να του ανατεθεί εν λευκώ η διακυβέρνηση μιας χώρας.

Ο Βενιζέλος όμως είναι αντίθετος με τέτοιες απόψεις, πολλώ δε μάλλον καθεστωτικές αντιλήψεις που υποβόσκουν υποδόρια στην παρούσα ελληνική, αλλά και ευρωπαϊκή συγκυρία. Είναι διαπρύσιος κήρυκας και ίσως ο μοναδικός υπερασπιστής με αποτελεσματικότητα της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που, όπως γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου που σήμερα παρουσιάζεται και στην πόλη μας, «λειτουργεί εξ ορισμού συγκυριακά μέσα από τους κύκλους των περιοδικών εκλογών, αλλά κρίνεται εντέλει ιστορικά, εξ αποτελέσματος και εκ των υστέρων».

Γι’ αυτήν τη δημοκρατία αγωνιά και πασχίζει ο συγγραφέας, αναλύοντας την κρίση και τις προοπτικές του πολιτικού συστήματος, με την επέλαση του λαϊκισμού όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε ευρύτατα στρώματα της Ευρωπαϊκής κοινωνίας, την άνοδο του ριζοσπαστικού εθνικολαϊκισμού και της ακροδεξιάς, την επέκταση του ευρωσκεπτικισμού, την ροπή προς την αυταρχική δημοκρατία, την βρετανική απόφαση για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και φυσικά την οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις που ενδεχομένως μπορεί να έχει σε ένα κράτος δικαίου. Η νεωτερική εποχή, που ανέδειξε την ολοκληρωμένη μορφή της φιλελεύθερης δημοκρατίας, έχει αναδείξει και τον θεσμό που προσπαθεί να συμφιλιώσει τη σχέση της Δημοκρατίας με τη συγκυρία και την ιστορία ταυτόχρονα. Και αυτός ο θεσμός είναι το Σύνταγμα. Και γύρω από αυτό, του οποίου άλλωστε είναι ο πλέον αξιόπιστος και αυθεντικός ερμηνευτής, και την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης ως κορυφαίου πυλώνα της δημοκρατίας, κινείται εκπληκτικά όλος ο ιστός και η συνοχή του βιβλίου.

Το βιβλίο αποτελείται από κείμενα-παρεμβάσεις του συγγραφέα την τελευταία πενταετία, που αρχικά δημοσιεύτηκαν ως άρθρα ή δοκίμια ή παρουσιάστηκαν ως εισηγήσεις σε επιστημονικές εκδηλώσεις, και που φτάνουν μέχρι και τον σχολιασμό των προτάσεων που υποβλήθηκαν τον Νοέμβριο του 2018 από την κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση για την αναθεώρηση του συντάγματος. Είναι επομένως το απαραίτητο βοήθημα για τη δημόσια συζήτηση για τη  Δημοκρατία, το  Σύνταγμα και την αναθεώρησή του, σε μια προσπάθεια για την προστασία των δημοκρατικών και δικαιοκρατικών θεσμών από ποικίλες απόπειρες εκβιασμού και υπονόμευσής τους, συχνά με τρόπο απροκάλυπτο. Για τον συγγραφέα δεν υπάρχει χειρότερη μορφή λαϊκισμού από τον συνταγματικό λαϊκισμό. Και αυτό το βιβλίο επιδιώκει να λειτουργήσει ακριβώς ως αντίβαρο στον συνταγματικό λαϊκισμό.

Αρχικά θεώρησα τον εαυτό μου τελείως αναρμόδιο να παρουσιάσω και μάλιστα δημόσια ενώπιον ειδημόνων και καταξιωμένων επιστημόνων ένα τέτοιο βιβλίο. Ασχέτως αν ένα σημαντικό μέρος του ασχολείται με το κρίσιμο και μείζον διαχρονικά ζήτημα – συγκυριακά και ιστορικά – των σχέσεων κράτους-εκκλησίας, σε συνδυασμό με την υποχρέωση απόλυτου σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας. Υπέκυψα όμως, όπως και εκείνος – το αναφέρει μάλιστα στο βιβλίο – στις δικές μου πιέσεις κάθε φορά που ζητούσα την συμβολή του σε θέματα που απαρτίζουν την 8η ενότητα.

Δεν ήταν μόνον αυτός ο λόγος που σήμερα βρίσκομαι δ’ αυτή τη θέση. Στην απόφασή μου συνετέλεσε και η πλέον πρόσφατη παρέμβαση του Βενιζέλου, όταν πλέον είχε προχωρήσει στο τυπογραφείο η έκδοση αυτού του βιβλίου, για την Ουκρανική κρίση, θέμα με το οποίο καθηκόντως ασχολούμαι τους τελευταίους μήνες. Η παρέμβασή του αυτή ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια επιστημονικής πρωτοτυπίας, αλλά και βαθυστόχαστου προβληματισμού. Γι' αυτό και θεώρησα σκόπιμη την μετάφρασή του στα αγγλικά, μια και το θέμα απασχολεί παγκοσμίως την Ορθόδοξη κοινότητα και όχι μόνο. Όπως επίσης έκαμψε τις όποιες επιφυλάξεις μου και η πρόσφατη συνέντευξή του για το θέμα της περιβόητης συμφωνίας Τσίπρα-Ιερωνύμου σχετικά με τον πολυσυζητημένο χωρισμό Κράτους-Εκκλησίας, όπου μεταξύ άλλων υπογράμμιζε: «Η Εκκλησία διοικείται επισκοποκεντρικά για λόγους εκκλησιολογικούς που είναι αντικείμενο μεγάλης θεολογικής συζήτησης».

Παλαιότερα επί Βυζαντίου στην προ-νεωτερική δηλαδή εποχή, το "θεολογείν" μετά λόγου γνώσεως, και όχι απλώς το φλυαρείν θεολογικώς, δεν ήταν προνόμιο μόνον των κατ' ειδικότητα θεολόγων. Σήμερα αποτελεί πολύ σπάνιο φαινόμενο Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, όμως, μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια σε τέτοιου είδους υψηλού επιπέδου "θεολογικές" παρεμβάσεις σε κορυφαία θέματα της επικαιρότητας. Και οι πρόσφατες τοποθετήσεις του εμμέσως έφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη διεύρυνσης της συνοδικότητας με την συμμετοχή του συνόλου του λαού στα αφορώντα στην ζωή της Εκκλησίας. Δεν είναι τόσο σημαντικό το όποιο οικονομικό αποτέλεσμα της φερόμενης συμφωνίας, όσο η δυνατότητα να σταθεί αξιοπρεπώς μια τοπική εκκλησία, που για αιώνες είχε την αστυνομική ή άλλης μορφής στήριξη της κρατικής εξουσίας, χωρίς μια γενναία μεταρρύθμιση (διοικητική, λειτουργική θεολογική). Μια ελεύθερη, ζώσα και αυθεντικά μαρτυρούσα εκκλησία είναι αδύνατο να επιβιώσει αποτελεσματικά – και φυσικά να συμβάλλει αποφασιστικά στην κοινωνική συνοχή ενός κράτους δικαίου – χωρίς την πραγματική στήριξη και εμπιστοσύνη των πιστών της, απαλλαγμένη από τα όποια δεσμά της κοσμικής εξουσίας. Όταν άλλοτε στον δημόσιο βίο κυριαρχούσε η απολυταρχία - ακόμη και ελέω Θεού - η Εκκλησία είχε συνοδικούς θεσμούς. Όταν άλλοτε επικρατούσε στην κοινωνία ανδροκρατική αντίληψη, η Εκκλησία είχε γυναίκες αποστόλους, ισαποστόλους και διακόνισσες, που ανήκαν στον ανώτερο παρακαλώ κλήρο. Σήμερα που στην κοινωνία υπάρχει ή επιδιώκεται πλήρης ισοτιμία, συμμετοχικότητα, και δημοκρατία, δυστυχώς η Εκκλησία συμπεριφέρεται ανορθόδοξα, αντιχριστιανικά, αντικοινωνικά, σε τελευταία ανάλυση αντι-δημοκρατικά.

Γι’ αυτό και οι εκάστοτε παρεμβάσεις του Βενιζέλου έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, όχι μόνον για τον εκκλησιαστικό, αλλά και τον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Γι’ αυτό και οι κρυστάλλινες επιστημονικά απόψεις του, αλλά και η ευαισθησία του σε ζητήματα θρησκευτικού προβληματισμού, αποτελούν κάτι σαν δεύτερο «ευαγγέλιο» – όχι φυσικά επειδή προέρχονται από…Ευάγγελο. Με αυτές δημιουργείται ένα δημοκρατικό δίχτυ προστασίας και αποφεύγονται οι πιθανές αντιδράσεις για κοινωνικά ζητήματα ασυνήθιστα ή μη συμβατά με την χριστιανική παράδοση, όχι μόνον στους υγιώς σκεπτόμενους θεολόγους της χώρας μας, αλλά και σε κάποιο βαθμό και της θεσμικής Εκκλησίας, όταν αυτή βρίσκεται στις συμπληγάδες του θρησκευτικού φονταμενταλισμού από τη μια, και του δήθεν νεωτερικού στην ουσία όμως άκρατου φονταμενταλιστικού λαϊκισμού από την άλλη.

Εκτός από το παλαιότερο βιβλίο του για τις Σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας, πριν από δυο χρόνια μας ο Βενιζέλος μας διαφώτισε για τα προβλήματα του Μαθήματος των Θρησκευτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σε σχετική με τα νέα προγράμματα εκδήλωση του "Καιρού". Ως επίμετρο εκείνης της εισήγησής του παρουσιάζεται - στην τύποις πλέον έκδοσή της στο παρόν βιβλίο - και η επιστημονική του γνωμάτευση για την διαβόητη απόφαση του ΣτΕ για αντισυνταγματικότητα των νέων προγραμμάτων για τα Θρησκευτικά, τα οποία αξίζει να σημειωθεί ήταν καρπός της προηγούμενης κυβέρνησης επί αντιπροεδρίας Βενιζέλου, που απλώς τον προπερασμένο Σεπτέμβριο εργαλειοποιήθηκαν για ευνόητους εσωκομματικούς λόγους από την παρούσα κυβέρνηση. Την απόφαση αυτή του ΣτΕ με σφοδρότητα επικρίνει ο Βενιζέλος με βάση την αυθεντική ερμηνεία του συντάγματος, χαρακτηρίζοντάς την ως «μια εντυπωσιακά συντηρητική υποστροφή της νομολογίας, που ελπίζ(ει) να μην επιβεβαιωθεί από επόμενες αποφάσεις».

Και πριν ενάμιση χρόνο κλήθηκε πάλι να εισηγηθεί για την διαφαινόμενη αναθεώρηση του συντάγματος και την συνταγματική θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε εκδήλωση του Πατριαρχικού Ιδρύματος Πατερικών Μελετών, το περιεχόμενο της οποίας επίσης εμπεριέχεται στο βιβλίο. Πολύ σημαντική θεωρώ την επισήμανσή του, προφανώς απευθυνόμενη σε επιπόλαιες και λαϊκίστικες από καιρού εις καιρόν αναθεωρητικές συνταγματικές κορώνες, για την διασφάλιση του «Οικουμενικού Πατριαρχείου ως οντότητας που δρα στην διεθνή έννομη τάξη…με ένα κύρος που πρέπει να διαφυλάξουμε, για λόγους οι οποίοι είναι προφανείς».

Στις άκρως διαφωτιστικές παρεμβάσεις του για τόσο επίκαιρα θεολογικά θέματα, όπως η Ουκρανική κρίση, ως αντίδωρο επιτρέψτε μου να ρίξω λίγο φως και στην κρίση στην οποία βρίσκεται η δημοκρατία, όχι μόνο σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και διεθνές επίπεδο, ιδιαίτερα στον άξονα Ρωσίας-ΗΠΑ. Ο επικίνδυνος αυτός για το μέλλον της δημοκρατίας άξονας αποκαλύφθηκε με αφορμή την Ουκρανική κρίση, ιδιαιτέρως μετά την προσάρτηση της Κριμαίας και τον πόλεμο στην περιοχή του Donbas στην Ανατολική Ουκρανία, θέματα τα οποία παρακολουθεί ο Βενιζέλος και με την ιδιότητα του μέλους της Ευρωπαϊκής Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης αρμόδιας για την εφαρμογή των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Η κρίση αυτή έχει όχι μόνον θεολογικές αλλά και γεωπολιτικές, εθνολογικές, νομικές και καθαρώς πολιτικές διαστάσεις. Και δεν αφορά μόνο στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Πατριαρχείου Μόσχας. Όσοι επιχειρούν να αναλύσουν αποκλειστικά με πολιτικά, γεωπολιτικά, ιστορικά και άλλα κριτήρια την κρίση που ξέσπασε με την χορήγηση αυτοκεφαλίας στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, δεν λαμβάνουν υπόψη τους ή αγνοούν τις υπόγειες διαδρομές που εδώ και καιρό παρατηρούνται μεταξύ των Ρώσων, άκρως συντηρητικών και κοινωνικά και θεολογικά, με τα συντηρητικά κοινωνικά και θρησκευτικά στρώματα του δυτικού κόσμου, κυρίως τους ευαγγελικαλιστές του Αμερικανικού Νότου που έφεραν – και δυστυχώς διατηρούν – στην εξουσία τον Αμερικανό Πρόεδρο Τrump, παρά τον ανελέητο πόλεμο που του ασκείται από όλα τα συστημικά ΜΜΕ. Το κλίμα αυτό ήταν εμφανές στις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Ρωσικής Εκκλησίας πολύ πριν, κατά, και μετά την σύγκληση της Πανορθόδοξης Συνόδου της Κρήτης (της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, από την οποία την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή αποσύρθηκε η Ρωσία και ορισμένοι δορυφόροι της). Οι κοινωνικές, θεολογικές και πολιτικές απόψεις Ρωσίας-ΗΠΑ υπό τον Πρόεδρο Τrump, με κανένα τρόπο δεν μπορούν να συμβιβαστούν με το κείμενο-απόφαση περί προφητικής μαρτυρίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Συνόδου της Κρήτης, τις δυναμικές πρωτοβουλίες του Οικ. Πατριάρχη Βαρθολομαίου, τις πρόσφατες διακηρύξεις του Πάπα Φραγκίσκου και τα κάθε λογής οικουμενικά κείμενα. Εκεί οφείλεται και ο άκρατος αντι-οικουμενισμός της Ρωσικής κοινωνίας αλλά και της Εκκλησίας της. Και φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης πρωτοστατεί σε θέματα κοινωνικής ηθικής (κλιματική αλλαγή, περιβάλλον, παγκόσμιο οικονομικό σύστημα κλπ) ενώ η Μόσχα σε ζητήματα παραδοσιακής ανθρωπολογίας και ατομικής ηθικής (αντι-guy parade διαδηλώσεις, Pussy riot, pro-life εκδηλώσεις κλπ). Ούτε ότι οι υποστηρικτές του Πούτιν και των Ρώσων στη χώρα μας προέρχονται από ακραία συντηρητικά, ακροδεξιά και αντι-οικουμενικά, άτομα.

Πατριάρχης Μόσχας και Βλαδίμηρος Πούτιν περιγράφουν ως εξής το αφήγημα του «ρωσικού λαού», το περίφημο ιδεολόγημα περί Russkii Mir: «Τα θεμέλια του ρωσικού κόσμου σήμερα είναι η Ρωσία, η Ουκρανία και η Λευκορωσία, αυτά τα κράτη είναι οι Ρώς. Ακριβώς αυτή η κατανόηση του ρωσικού κόσμου είναι βαθιά ριζωμένη στο σύγχρονο όραμα της ρωσικής εκκλησίας μας.…Παρά το γεγονός ότι χωρίστηκαμε από κρατικά σύνορα και ασυμβατότητες με ορισμένες πολιτικές», αναφέρει ο Πατριάρχης Κύριλλος, «παραμένουμε πνευματικά ένα έθνος...Τα φυσικά εδαφικά σύνορα είναι σχετικά, το Russkii Mir είναι πέρα ​​από σύνορα…που δημιουργούν περιττά εμπόδια μεταξύ των λαών του ρωσικού κόσμου…Ρώσοι, Τάταροι, Ουκρανικοί και Γεωργιανοί ανήκουν στον ρωσικό πολιτισμό…Ο ρωσικός πολιτισμός είναι ένα φαινόμενο που δεν περιορίζεται στα σύνορα ενός κράτους και ενός έθνους, και δεν συνδέεται με τα συμφέροντα ενός κράτους».

Η Russkii Mir νομιμοποιεί πολιτιστικά την δήθεν προστασία των φιλο-ρωσικών πληθυσμών από την υποτιθέμενη κακομεταχείρισή τους σε ξένα εδάφη, που κατά κύριο λόγο ασπάζονται τις αρχές και αξίες της φιλελεύθερης δυτικής δημοκρατίας. Η  πρόσφατη ιστορία της Γεωργίας και της Ουκρανίας αποτελούν καρπό αυτού του άκρως επικίνδυνου για τη παγκόσμια δημοκρατία αφηγήματος. Με μεγαλύτερη ένταση από ό,τι στα σπλάχνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι λαοί αυτοί της σύγχρονης συγκυρίας, πιστεύοντας στην εναλλακτική πραγματικότητα και υπονομεύοντας την έννοια της κρατικής εξουσίας και της συντεταγμένης πολιτείας, μπορεί να κινητοποιήσουν τους ανθρώπους να διεξάγουν αντισυνταγματικά δημοψηφίσματα, να αποκτήσουν ξένα διαβατήρια ή ακόμα να υποδεχτούν έναν «ξένο» στρατό, όχι ως κατακτητή αλλά ως…απελευθερωτή.

Στην επικίνδυνη για την δημοκρατία παγκόσμια αυτή συγκυρία το βιβλίο αυτό του Ευάγγελου Βενιζέλου έρχεται με τρόπο γλαφυρό και συνάμα πειστικό να μας αφυπνίσει, να μας προβληματίσει, αλλά και να μας βοηθήσει, και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε από καρδιάς.


* Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του Πέτρου Βασιλειάδη στην παρουσίαση του βιβλίου Ευ. Βενιζέλου «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» στην Θεσσαλονίκη στις 12.1.2019 

  

12.1.2018, Θεσσαλονίκη: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

12.1.2019, Θεσσαλονικη: Ομιλία Π. Βασιλειάδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

 

 Βασιλείαδης, Πέτρος

Πέτρος Βασιλειάδης, Ομότ. Καθηγητής του ΑΠΘ και Διευθυντής του Θεολογικού Μεταπτυχιακού του IHU