Ο Γιάννης Μαντζίκος εξετάζει τις σχέσεις πολιτικών-στρατιωτικών υπό τον Τράμπ όπως για παράδειγμα την επιλογή του Ντοναλντ Τραμπ για το Υπουργείο Αμύνης τον στρατηγός Τζειμς Μάτις, ο λεγόμενος «τρελός σκύλος».  Σύμφωνα με τον συγγραφέα «η επιλογή Μάτις γεννά ερωτήματα για τις λεγόμενες σχέσεις στρατιωτικών-πολιτικών, την σχέση που αφορά δηλαδή τον πολιτικό έλεγχο του στρατού», και υπενθυμίζει τη ρήση του Κλεμάνσο : «ο πόλεμος είναι πολύ σημαντικός για τον αφήσουμε στους στρατηγούς». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «το μεγαλύτερο ρίσκο που παίρνει λοιπόν ο Ντόναλντ Τράμπ με την τοποθέτηση των στρατιωτικών είναι ενδεχομένως ο κίνδυνος (υπερ) πολιτικοποίησης του Αμερικανικού στρατού».

Ο Μελέτης Ρεντούμης εξετάζει το ζήτημα της ανόδου της ακροδεξιάς «ως ρυθμιστές των εξελίξεων σε βασικά εθνικά θέματα» με την αφορμή την κρίση στο προσφυγικό. Ο συγγραφέας τονίζει πως «η απειλή για την ΕΕ δεν είναι οι πρόσφυγες  καθώς αποτελούν κάτω από το 1% του συνολικού πληθυσμού της Ένωσης στο χειρότερο σενάριο» αλλά εκτιμά πως «το μεγάλο διακύβευμα είναι η διατήρηση της συνοχής και των αξιών της ΕΕ». «Αν η ακροδεξιά επικρατήσει και παγιωθεί, τότε όποια μεταγενέστερη λύση και να δοθεί στο προσφυγικό θα είναι κενή περιεχομένου, καθώς θα έχει ήδη ξεκινήσει η διάλυση του ευρωπαϊκού οράματος» σημειώνει.

Ο Νίκος Γκιώνης μιλάει για τον ποπουλισμό πού «οδεύει από  το ατομικό στο συλλογικό και προκειμένου να ισχυροποιείται ομαδοποιεί τα καταστροφικά ένστικτα, που εν τω μεταξύ έχουν γίνει ιδεολογικά πλαίσια, ενάντια στον ίδιο τον ατομικό εαυτό» και για τον εθνικισμό, εκτιμώντας πως «το μείγμα εθνικισμού και ποπουλισμού δεν χάνει, απλώς  περιπτωσιακώς ηττάται μέχρι – αναλόγως της κοινωνίας και της  οικονομίας – να  επιχειρήσει να επανέλθει». Ο συγγραφέας τονίζει πως «μόνον ένα αρραγές μέτωπο διπλής και τρίδιπλης τοιχοποιϊας με προγραμματικές στερεότητες ανάμεσα στις δυνάμεις της – κατά τεκμήριο – λογικής μπορεί να  αμυνθεί και να φτιάχνει, συνάμα»

Ο Δημήτρης Παπουτσής εξετάζει το ζήτημα της εκλογικής αποχής, του «ιδιωτεύειν», εξηγώντας πως «σχεδόν ένας στους δύο πολίτες απέχει από την κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας, που είναι οι εκλογές». Ο συγγραφέας τονίζει πως «με την εκλογική αποχή, όταν είναι  συνειδητή επιλογή, περιορίζεται η πολιτική ελευθερία και η πολιτική συμμετοχή του ατόμου, παράγοντες που αποτελούν θεμελιώδη συστατικά του δημοκρατικού πολιτεύματος και απαραίτητες προϋποθέσεις για τη πρόοδο του δικαιότερου πολιτεύματος από την αρχαιότητα έως σήμερα, έναντι όλων των άλλων πολιτευμάτων» και τονίζει πως «η αντιμετώπιση του φαινομένου της ιδιώτευσης απαιτεί βαθιά γνώση και κατανόηση των όσων συμβαίνουν γύρω μας»

Ο Αντώνης Τριφύλλης εξετάζει τις ομοιότητες του καθεστώτος Ορτέγκα στη Νικαράγουα με τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΝΕΛ συμπεραίνοντας πως είναι εκκωφαντικές: «Ο Ορτέγκα σταμάτησε τον ένοπλο, κέρδισε μια πρώτη τετραετία εκλογικά, έχασε και από τους αντιπάλους και από το 2006 κυβερνά αδιάλειπτα. Με τη δεύτερη εκλογή του άρχισε συστηματικά να αλώνει τις δομές της εξουσίας. Και με την πολιτική του απέκτησε χρήσιμους φίλους από το δεξιό στρατόπεδο». Ο συγγραφέας όμως εκτιμά πως στην Ελλάδα τα πράγματα θα εξελιχθούν διαφορετικά, καθώς «όση οργή κι αν υπάρχει στην κοινωνία, όταν το ζήτημα γίνεται ζήτημα Δημοκρατίας, τότε οι Έλληνες βρίσκονται στην ίδια πλευρά.»    

Ο Νίκος Μπουνάκης εξετάζει την ανάγκη των «προϊόντων του μέλλοντος»: «ικανά να απαντήσουν στις σύγχρονες ανάγκες και προκλήσεις. Αντάξια των αυστηρών προσδοκιών του σύγχρονου ανθρώπου, που αναζητά τρόφιμα γευστικά, παραδοσιακά και ασφαλή, έχοντας την απαίτηση να γνωρίζει τον τόπο και τον τρόπο παραγωγής τους» εκτιμώντας ότι «η σημερινή κυβέρνηση και στα θέματα αγροτικής πολιτικής δεν είχε επεξεργαστεί κανένα σχέδιο».  Ο συγγραφέας τονίζει ότι «ο μόνος δρόμος για τον Έλληνα αγρότη είναι η παραγωγή ποιοτικού και βιώσιμου προϊόντος, με ορθή διαχείριση φυσικών πόρων και εισροών, με κατάλληλη Πιστοποίηση, ώστε να εξασφαλίζεται προστιθέμενη αξία και να διασφαλίζεται το αγροτικό εισόδημα».

 

Ο Μελέτης Ρεντούμης εξετάζει τις εξελίξεις στο Κυπριακό εκτιμώντας πως «ήταν αναμενόμενο η Τουρκία να μην αφήσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα να οδηγήσει μέχρι τέλους όλες τις πτυχές των ανοιχτών θεμάτων, πολύ περισσότερο στα δύο κομβικά ζητήματα που είναι το εδαφικό και των εγγυήσεων, χωρίς την δική της έγκριση». Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως «αν η Τουρκία εξέλθει ηττημένη από την όποια λύση στην επόμενη μέρα στην Συρία, με αναβάθμιση των Κούρδων, τότε θα επιταχύνει την επιθετικότητά της τόσο απέναντι στο Κυπριακό όσο και στο Αιγαίο, προσπαθώντας να παίξει με τους δικούς της όρους, διεκδικώντας μεγαλύτερο ρόλο στην περιοχή»

Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος εξετάζει την εκλογή Φιγιόν εκτιμώντας ότι «τόσο το πρόγραμμά του, όσο και ο πολιτικός του λόγος δεν έχουν σχέση με τον «λαϊκισμό», στην όποια τυπική παραλλαγή του, λεπενικό ή και πουζαντικό». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «ο Φιγιόν απευθύνεται στην «βαθιά Γαλλία» (που «εκδικείται» το πολιτικό σύστημα για το έλλειμμα πολιτικής αντιπροσώπευσης, σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Πασκάλ Περρινώ ), αν και είναι ένας πεπεισμένος ρεπουμπλικανός, οπαδός της κοσμικότητας» και τονίζει πως «η συντηρητική επανάσταση Φιγιόν, δίνοντας την εικόνα ενός σόφτ λαϊκισμού, συμβατού με την δημοκρατία, φαίνεται ότι εκκινεί με καλές, και μάλιστα κινηματικού τύπου, προϋποθέσεις»

Ο Αλέκος Κρητικός στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στο Αγρίνιο με θέμα «Ποιο μέλλον για την Ελλάδα; Ο ρόλος του πρωτογενή τομέα» τονίζει τη σημασία της ανάπτυξης και εξηγεί πως αυτή θα επιτευχθεί. Ο συγγραφέας τονίζει την σημασία «όχι μόνο να εκπονηθεί και συμφωνηθεί (και σε επίπεδο Κοινοβουλίου) ένα πολυετές «Εθνικό Σχέδιο Ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση», ένα σχέδιο «εθνικής συνιδιοκτησίας», αλλά να αναληφθεί δέσμευση της πλήρους εφαρμογής του μέσω  της  σύνταξης και έγκρισης  (και σε επίπεδο Κοινοβουλίου) μιας «Λευκής Βίβλου», κατά το πρότυπο της πρακτικής που εφαρμόζεται στα ευρωπαϊκά -και όχι μόνον- όργανα»

Ο Ξενοφώντας Μπρουντζάκης στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών στο Αγρίνιο με θέμα «Ποιο μέλλον για την Ελλάδα; Ο ρόλος του πρωτογενή τομέα» τονίζοντας ότι «τα τελευταία χρόνια ζούμε εκτός λογικής, ζούμε σε έναν οίστρο αυτοκαταστροφικού παραλογισμού» προβαίνει σε μια ιστορική ανασκόπηση της σημασίας της γεωργικής παραγωγής. «Η ελληνική γεωργία παρουσιάζεται ανέτοιμη απέναντι στις παγκόσμιες αλλαγές που συντελούνται, πράγμα που πρέπει να μας προβληματίσει έντονα και άμεσα. Οι ταχύτητες των εξελίξεων δεν επιτρέπουν ελληνικούς χρόνους λήψεως αποφάσεων. Όσο καθυστερούμε, τρώμε τις σάρκες της χώρας» τονίζει ο συγγραφέας εξετάζοντας τη σημερινή κατάσταση.