Ο Άγγελος Τερζούδης εκτιμά ότι ενώ οι Ευρωπαίοι έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους, «το τελευταίο διάστημα δείχνουν να υποβαθμίζουν την κοινή τους πολιτισμική ταυτότητα, με μια τέτοια ένταση, που έχει να φανεί από την εποχή του Β΄ ΠΠ». Ο συγγραφέας εντοπίζει δύο λόγους που η Ευρώπη «διολισθαίνει σε μια οπισθοδρομική πορεία με αναχρονιστικά χαρακτηριστικά»: 1. η μεταφορά της τρομοκρατίας μέσα στα όρια πλέον της ίδιας της Ευρώπης, 2. η απήχηση που βρίσκει ο άκρατος λαϊκισμός, ασκώντας πολιτικό εμπόριο με την απογοήτευση των πολιτών. «Το φαινόμενο της αδιάντροπης εξαπάτησης των πολιτών έχει πάρει ως γνωστόν ανησυχητικές διαστάσεις» τονίζει.
Ο Γιώργος Παπακωνσταντής αναλύει την ιστορική πορεία της «μπερδεμένης αριστεράς» που ενώ «είχε χάσει τον εμφύλιο, είχε κερδίσει στην ιδεολογική σφαίρα» και πάλεψε για τον «πολιτικό φιλελευθερισμό», στη συνέχεια «ήταν απέναντι σε όλα». «Η μπερδεμένη Ελληνική Αριστερά δεν κατάλαβε ποτέ την ουσία της δημιουργίας μιας δυνατής αστικής τάξης» σημειώνει και συμπληρώνει πως είναι αυτή η Αριστερά που «δεν διστάζει να αγκαλιάσει τη Χ.Α, αν εξυπηρετούνται οι σκοποί της». «Ίσως έφτασε η ώρα, να πάψουμε να ορίζουμε τη γάτα με βάση το χρώμα της και να την αξιολογούμε με βάση την ικανότητά της να πιάνει τα ποντίκια» προτείνει ο συγγραφέας.
Ο Δημήτρης Τέλλης αναφερόμενος στις επικείμενες διεργασίες στην Δημοκρατική Παράταξη σημειώνει: «Τώρα που, όπως όλα δείχνουν, το έργο της Επιτροπής Διαλόγου για την Κεντροαριστερά μάλλον αποδίδει καρπούς, είναι η στιγμή να αφήσουμε πίσω τη μιζέρια και τη σύγχυση και να κάνουμε ένα πραγματικά νέο ξεκίνημα με γενναιότητα και αισιοδοξία. Κι ας μην αισθάνεται κανείς πως έτσι προδίδουμε το ΠΑΣΟΚ και αυτοακυρωνόμαστε. Το παρελθόν μας δεν το ξεχνάμε. Το ΠΑΣΟΚ θα το σεβόμαστε, θα το τιμάμε και θα το υπερασπιζόμαστε πάντα. Αλλά όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί κλείνουν κάποια στιγμή τον κύκλο τους και στην καλύτερη για αυτούς περίπτωση μετεξελίσσονται.»
Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος εξετάζει τον «λαϊκισμό» και την «λατρεία του λαού», ως «τύπο νομιμοποίησης αναδυόμενων ελίτ ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και μετάβασης, όπως είναι η σημερινή, που μπορεί εύκολα να διολισθήσει σε λαϊκισμό ως «τύπο καθεστώτος», του οποίου ο βοναπαρτισμός είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του», επισημαίνοντας πως «ο μανιχαϊκός και διχαστικός λόγος του λαϊκισμού αρκετές φορές στρέφεται κατά της ίδιας της δημοκρατίας». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «η επιστροφή του δημοκρατικού ζητήματος στην δημόσια συζήτηση είναι δικαιολογημένη και επείγουσα» και τονίζει πως «η κριτική του λαϊκισμού επιβάλλεται σήμερα να γίνει από όλους εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία.
Ο Νίκος Γκιώνης μιλά για τον σκοταδισμό που «αποκαλύπτεται ως ιδεολόγημα διαχείρισης των πολιτικών πραγμάτων». «Συναφή στηρίγματα της εκούσιας παραμονής στον σκοταδισμό είναι το ψεύδος, συνήθως απροσχημάτιστο καθώς και η ερωτικού τύπου, μανία για την εξουσία ως αυτοσκοπός» σημειώνει και τονίζει πως «ο σκοταδισμός δεν κάνει διακρίσεις χρώματος επιφατικά πολιτικού, γιατί είναι αυτό, που είναι: σκοτάδι». Ο συγραφέας κάνει έκκληση: «Οι ταγοί του αστισμού πρέπει να αντιπαλέψουν τα στερεότυπα και να φτιάξουν με διαφορετικότητες αλλά και με κοινούς τόπους, μια νέα δημοκρατική, ρεαλιστική Μεγάλη Ιδέα για τον τόπο χωρίς τους αλυτρωτισμούς του παρελθόντος και τις εκτροπικές επικινδυνότητες του παρόντος»
Ο Άγγελος Τερζούδης εξηγεί γιατί «μπορεί να υπάρχει και αισιόδοξη προσέγγιση της πορείας της ΕΕ» εκκινώντας από τα διδάγματα της ιστορίας της ΕΕ «όλων σχεδόν των οποίων κοινός παρονομαστής είναι η διάψευση των κατά καιρούς σεναρίων για τη διάλυσή της». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «η ΕΕ πετυχαίνει μέχρι τώρα να ξεπερνάει τις εκάστοτε αντίξοες καταστάσεις, επειδή οι πολιτικές της βασίζονται στην παραδοχή πως η διαφορετικότητα σε μια ένωση εθνών δεν αποτελεί αξεπέραστο εμπόδιο στο να μπορούν αυτά να βρίσκουν ρεαλιστικούς τρόπους να εργάζονται μαζί» και συμπληρώνει πως «είναι μια δύσκολη διαδικασία, αλλά τελικά λειτουργεί».
Ο Γιάννης Καραχισαρίδης στο δεύτερο μέρος του άρθρου – πρόταση για το Σχέδιο Ανασυγκρότησης επισημαίνει ότι «χρειαζόμαστε ένα νέο αφήγημα για την κρίση, που να μας απεγκλωβίσει από τα στερεότυπα» τονίζοντας πως «χάνουμε τον καιρό μας σε λάθος στόχους και με λάθος συμπεράσματα.» Ο συγγραφέας παραθέτει συνοπτικά τα βασικά σημεία ενός σχεδίου ανάπτυξης και ενός σχεδίου ανασυγκρότησης και σημειώνει: «Αυτό που έχει ανάγκη η χώρα είναι να τελειώσουμε με τα μνημόνια αμέσως τώρα. Τότε μόνο θα έχουμε λύσει το πρόβλημα μας. Γιατί μόνο όταν τελειώσουν τα μνημόνια και οι δανειακές συμβάσεις θα μπορέσουμε να εκδώσουμε και πάλι ομόλογα.»
Ο Ρεντούμης Μελέτης παρουσιάζει την περίφημη καμπύλη Laffer σύμφωνα με την οποία «κάθε φόρος αντιστοιχεί σ’ έναν άριστο φορολογικό συντελεστή, όπου αν αυξήθει περαιτέρω οδηγεί σε άμεση μείωση φορολογικών εσόδων» και «αντιθέτως όσο ο συντελεστής είναι μικρότερος του άριστου, η κυβέρνηση έχει κάθε κίνητρο να τον αυξήσει, καθώς θα προσεγγίσει το άριστο επίπεδο του συντελεστή». Ο συγγραφέας σημειώνει ότι «βασικό μέλημα κάθε κυβέρνησης, έπρεπε να είναι η μεγιστοποίηση των φορολογικών εσόδων μέσα από μια ρεαλιστική βάση, μέσα από τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας και όχι πέρα από αυτές όπως ακριβώς μας δείχνει και η θεωρία με την καμπύλη Laffer»
Ο Γιώργος Βογιατζής αναλύει το ζήτημα της «χρηματοδότησης και αποζημίωσης των υπηρεσιών υγείας». Ο συγγραφέας προτείνει «μία σειρά από καινοτομίες ώστε να μειώσουμε τις δαπάνες και ταυτόχρονα να αυξήσουμε την ποιότητα των υπηρεσιών» υπολογίζοντας ότι «εντός δύο ετών από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που προτείνονται, θα εξοικονομηθούν από τις υπάρχουσες συνολικές δαπάνες υγείας τουλάχιστον 3 δις». Ο συγγραφέας αναλυτικά παραθέτει το νέο μοντέλο για τον ΕΟΠΥΥ ο οποίος «πρέπει να εξελιχθεί σε ένα μοντέρνο ασφαλιστικό ταμείο υγείας που ο λόγος ύπαρξης του είναι η ενεργός παρέμβαση στον τομέα της αποζημίωσης των υπηρεσιών υγείας προς όφελος των ασφαλισμένων του»
Ο Κωνσταντίνος Μαν. Σοφούλης στο άρθρο – παρέμβαση εξετάζει αναλυτικά και αποδομεί το Πόρισμα του Εθνικού Διαλόγου για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, και τονίζει: «Το Πόρισμα είναι διπλά χρήσιμο. Από την μία πλευρά, αποκαλύπτει με τον πειστικότερο τρόπο μια στρατηγική που είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για το φιλελεύθερο δημοκρατικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το μέλλον του. Μπορεί να διαβαστεί σαν ήχος καμπάνας για μεγάλο κίνδυνο και να θέσει τους υπερασπιστές της δημοκρατίας μας σε κατάσταση συναγερμού. Από την άλλη, όμως, κωδικοποιεί μια σειρά από ιδέες για την παιδαγωγική συγκρότηση της εκπαίδευσής μας που αποτελεί ομολογία κατάκτησης ιδεών που στο παρελθόν πολεμήθηκαν υστερικά»