Ο Πέτρος Καβάσαλης με αφορμή τα 60 χρόνια από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης γράφει: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να κάθεται στο περιθώριο, χρειάζεται να κατανοήσει τις αλλαγές που έρχονται, να αποκτήσει στρατηγική που θα διασφαλίσει τη θέση της στην Ευρώπη που ανασχηματίζεται, για να μην «επιστρέψει» οδυνηρά από την Ευρώπη στα Βαλκάνια. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνον αν συμμετέχει στη συζήτηση για τη νέα αρχιτεκτονική της Ευρώπης. Αυτή δεν θα προέλθει χωρίς οδύνες, χωρίς την εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται σε κάθε χώρα, χωρίς να πούμε την αλήθεια για αυτό που φαίνεται στον ευρωπαϊκό ορίζοντα»

Ο Τάκης Αναστόπουλος στην ομιλία του στην ημερίδα του Κύκλου Ιδεών «60 χρόνια μετά τη Συνθήκη της Ρώμης: Η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση ξανά σε δοκιμασία», τονίζει: «Η Ευρώπη έχει περάσει από πολλές κρίσεις. Πάντα τα κατάφερνε - έτσι θα τα καταφέρει και τώρα. Η επίλυση κάθε μίας από τις κρίσεις έφερε πάντα περισσότερη Ευρώπη. Να θυμίσω την κρίση μετά το ναυάγιο της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (1954) ή την πρώτη κρίση της ΕΟΚ που έμεινε γνωστή ως κρίση της «άδειας καρέκλας» (1965-66). Κάθε κρίση τελείωνε με ένα δημιουργικό συμβιβασμό. Γιατί κάθε απόφαση και πολύ περισσότερο κάθε μεγάλη απόφαση είναι προϊόν συμβιβασμού.»

Ο Μελέτης Ρεντούμης αναλύει τη σημασία της πληροφορικής που όπως σημειώνει είναι «ένας από τους πιο δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας που μπορεί με οργανωμένες και συστηματικές κινήσεις να συνδράμει στην έξοδο της χώρας από την παρατεταμένη οικονομική κρίση είναι αυτός της πληροφορικής και γενικότερα της υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας.» Ο συγγραφέας τονίζει ότι «η πλήρης αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, η συνδρομή της πολιτείας και η διάχυση των νέων τεχνολογιών μέσω των επιχειρήσεων και των φορέων εκπαίδευσης, θα μπορούσε δυνητικά να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, αυξάνοντας σημαντικά τον πολλαπλασιαστή του ΑΕΠ και οδηγώντας την χώρα σε διατηρήσιμη ανάπτυξη»

Ο Γιώργος Θεοδωρίδης γράφει για την Ευρώπη με αφορμή τα 60 χρόνια από τη Συνθήκη της Ρώμης τονίζοντας πως «αν κανείς επιθυμούσε να τα προσδιορίσει συνθηματολογικά, θα μπορούσε να σημειώσει πέντε λέξεις: Ειρήνη, Δημοκρατία, Ανθρώπινα Δικαιώματα, Ευημερία». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «στις 25 Μαρτίου οι ηγέτες των κρατών μελών θα συγκεντρωθούν στη Ρώμη σε μια άτυπη επετειακή σύνοδο, 60 χρόνια μετά την υπογραφή της ιδρυτικής συνθήκης» εκτιμώντας πως «η συγκυρία δεν θα μπορούσε να είναι πιο δύσκολη και αρνητική για το κοινό εγχείρημα». «Η Ελλάδα δικαιούται και υποχρεούται να είναι παρούσα, ως ισότιμος συνομιλητής» τονίζει.

Ο Νίκος Γκίωνης εξετάζει τις υποψηφιότητες Μακρόν και Σουλτς και εκτιμά πως «το πείραμα Μακρόν είναι εξαγώγιμο και εν δυνάμει αποτελεσματικό όταν οι φορείς παρακμάζουν γεωμετρικώς, ενώ ο Σούλτς είναι η σίγουρη πεπατημένη – και ίσως νικηφόρος – όταν οι σχηματισμοί διατηρούν το μίνιμουμ μια συμπαγούς ικανοποιητικής ισχύος». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «θα είχε ενδιαφέρον και μάλιστα μετά την εθνικολαϊκιστική λαίλαπα η αναζήτηση του μοντέλου Μακρόν στην ελληνική εκδοχή , όχι ως copy paste αλλά ως προτρεπτική διδαχή σε ένα πολιτικό σύστημα, όπου το νεώτερο και το παλιότερο Ριζοσπαστικό Κέντρο, κατοικούν στην παρακμή και στην στασιμοχρεοκοπία»

Ο Γιάννης Λίτινας παρουσιάζει το «όραμα» της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ: «Η σκέψη τους, η γενική τους κατεύθυνση, το όραμά τους για την Ελλάδα της επόμενης μέρας περιγράφεται από δύο λέξεις: Επίδομα – Φιλοδώρημα» και τονίζει πως «προοδευτικό είναι ότι βελτιώνει το επίπεδο όλης της κοινωνίας σε βάθος χρόνου και όχι μιας μερίδας για λίγο χρονικό διάστημα». Ο συγγραφέας σημειώνει: «Το πολιτικό σύστημα πρέπει να μιλήσει με ειλικρίνεια και χωρίς φόβο στους πολίτες για τις αναγκαίες λύσεις. Λύσεις που θα σπρώξουν την τελματωμένη οικονομία της χώρας μπροστά. Γιατί αν κάτι χτίζεται σε μια κοινωνία επιδομάτων είναι οι χαμηλές προσδοκίες της λήψης του επιδόματος»

Ο Δημήτρης Τέλλης αναφέρεται στην έννοια «post – truth» (μετά – αλήθεια) η οποία όπως τονίζει, «ταιριάζει γάντι και στη χώρα μας» και εξηγεί πως «ένα σημαντικό κομμάτι της κοινής γνώμης πιστεύει πως η ελληνική κρίση είναι συνωμοσία κάποιων εξωθεσμικών κέντρων ή ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ και το Ευρώ ευνοεί περισσότερο τα άλλα κράτη μέλη παρά την ίδια». Ο συγγραφέας εκτιμά πως το αντίδοτο στον «ψεκασμό» είναι εφικτό «με σύμβολα φρέσκα κι ελκυστικά, όχι με λάβαρα του παρελθόντος που μυρίζουν ναφθαλίνη, με διαρκή επικαιροποίηση θέσεων που να απαντούν στα πρακτικά προβλήματα του πολίτη, όχι με ξεχασμένα κλισέ και τσιτάτα»

Ο Μιχάλης Χάλαρης εξετάζει το ζήτημα των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας υπό το φως των εξελίξεων, καθώς «ο αυταρχισμός του Προέδρου Ερντογάν ιδιαίτερα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου καλοκαιριού, η πολιτική του συμμαχία με τους ακραίους εθνικιστές και τους «γκρίζους λύκους» στην Κυβέρνηση αλλά και στο επερχόμενο συνταγματικό δημοψήφισμα του Απριλίου τ.ε, η υιοθέτηση αντιδημοκρατικών μεθόδων εσωτερικής διακυβέρνησης, η συγκέντρωση σχεδόν όλων των εξουσιών στα χέρια του, καθώς και η προσπάθεια αναβίωσης νέο-οθωματικών οραμάτων και επιδιώξεων, απομακρύνουν την Τουρκία από την Ευρώπη και αναβιώνουν αντιπαλότητες και έχθρες με τα κράτη τα οποία θίγονται ευθέως από τον αναθεωρητισμό της Άγκυρας»

Ο Ανδρέας Τσιλογιάννης περιγράφει τη θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη της κρίσης, εκτιμώντας πως «έχει μετατραπεί εξαιτίας της ανύπαρκτης και καταστροφικής πολιτικής που ασκεί η κυβέρνηση είτε ως σάκος του μποξ ανάμεσα σε Ευρώπη και δανειστές - εταίρους (ΙMF & ESM), είτε ως έρμαιο των ορέξεων του Ερντογάν» και σημειώνει πως «η Ελλάδα της παράξενης και ετερόκλητης κυβερνητικής συμμαχίας αριστερών και ακροδεξιών, αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην ΕΕ, όντως βυθισμένη στην οικονομική κρίση.». Ο συγγραφέας τονίζει πως «η Ελλάδα αποκομμένη από τις διεθνείς εξελίξεις έχοντας χάσει το πιο ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, τον πολιτικό αιφνιδιασμό»

Ο Μελέτης Ρεντούμης εξετάζει την σημασία της ένταξης στο QE, εκτιμώντας ότι «ο άμεσος αντίκτυπος της ένταξης των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα θα είναι οι χαμηλότερες αποδόσεις τους, πιθανότατα πάνω από 200 μονάδες βάσης, που σημαίνει ότι από το μέσο επιτόκιο των 10ετών ομολόγων στο 7% θα πέσουν σταδιακά τουλάχιστον στο 5%, προσεγγίζοντας τα επίπεδα των ομολόγων Ισπανίας, Πορτογαλίας και Ιρλανδίας.». Ο συγγραφέας τονίζει «το επόμενο βήμα θα είναι η αναβάθμιση των ομολόγων από τους διεθνείς οίκους που σημαίνει ότι στο πρώτο εξάμηνο από την ένταξη στο QE θα μπορεί η χώρα να σχεδιάσει κάποια επιλεκτική έξοδο στις αγορές».