Ο Ρεντούμης Μελέτης εξετάζει την νέα απειλή οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη επισημαίνοντας τους δύο αστάθμητους παράγοντες: το Brexit, όπου «κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την τελική προσέγγιση της ισοτιμίας, καθώς η νέα σχέση ΕΕ-Βρετανίας και η πιθανή πρόσβασή της στην ενιαία αγορά, παραμένουν ένας σύνθετος γρίφος προς επίλυση» και το προσφυγικό που «που παρά την σχετική ικανοποιητική διαχείριση με τα hot spots κυρίως στην Ελλάδα και την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας, η απειλή του τουρκικού πραξικοπήματος, έχει αυξήσει δραματικά τις ροές προς την Ευρώπη, ενώ η συμφωνία απειλείται με κατάρρευση, όταν τα βαλκανικά σύνορα παραμένουν κλειστά»
Ο Νίκος Τσολακίδης με αφορμή της επίθεση στον Πύρρο Δήμα από την κομματική εφημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ, Αυγή, αναρωτιέται «πως μπορεί ένα ΜΜΕ να μετατρέπεται σε όργανο προπαγάνδας, εκφράζοντας τον πανικό και την αμηχανία της παράταξης που εκπροσωπεί, ρίχνοντας λάσπη και χύνοντας χολή σε ανθρώπους που μέσα σε συνθήκες αντίξοες ένωσαν καρδιές και δίδαξαν ήθος και περηφάνια;». Ο συγγραφέας τονίζει πως «όση λάσπη κι αν χυθεί, γεμίζει μόνο τον βούρκο εκείνων που έμαθαν, όντας ατάλαντοι, να χειρίζονται τον πολύγραφο της σκοπιμότητας, της αμετροέπειας και της μίζερης λάθρας πολιτικής επιβίωσης» και προειδοποιεί ότι «πλησιάζει η ώρα της λογοδοσίας απέναντι στην κοινωνία»
Ο Νίκος Γκιώνης εξετάζει το αν μπόρεσαν οι «αντικοινοβουλευτικοί ακροδεξιοί που ξεπλύθηκαν στον κοινοβουλευτισμό να ενσωματώσουν μέρος του αστικού δημοκρατικού ιδεολογήματος ή απλώς, κυνικά, υπήρξαν φιλοξενούμενοι του ελληνικού πολιτικού συντηρητισμού» για να καταλήξει στο ότι «η πολιτική του κιτς όπως εκφράζεται από τον ΥΠΕΘΑ ή οι κατά καιρούς δηλώσεις για κρεμάλες και τα παρόμοια, στελεχών της παρούσης κυβερνήσεως διακονούν έναν μη οριοθετημένο λαϊκισμό ως την δολιότερη μεθοδολογία κατίσχυσης ενός ακραίου και επικίνδυνου συντηρητικού λόγου». Ο συγγραφέας τονίζει πως «η αστάθεια της πολιτικής μπορεί να γίνει πυριτιδαποθήκη για την Δημοκρατία, με τους αρουραίους των εκτροπών να παραμονεύουν»
Ο Νίκος Τσολακίδης παρουσιάζει το σκηνικό της χώρας μας: «είναι η Ελλάδα της οικονομικής δυσπραγίας, της ποινικοποίησης και του διωγμού της επιχειρηματικότητας, είναι η κοινωνία που σταμάτησε να ζει». Καθώς και της κυβέρνησης όπου «επιδίδεται σε ευχολόγια και σε κατευθυνόμενα ρεπορτάζ μέσω της κρατικής τηλεόρασης», της αξιωματικής αντιπολίτευσης όπου κυριαρχεί «η τακτική του ώριμου φρούτου» και της ελάσσονος αντιπολίτευσης όπου «συνεχίζοντας το ατελείωτο μοιρολόι, προσεύχεται ταυτόχρονα να αναγεννηθεί εκ της τέφρας της για να ζήσει ξανά δοξασμένες μέρες». Ο συγγραφέας συστήνει: «το έργο στη μαρκίζα πρέπει να κατέβει άμεσα, γιατί ούτε εισιτήρια κόβει, μήτε πλοκή και υπόθεση έχει»
Η Παναγιώτα Παπανάγνου προβαίνει σε μια συνολική αποτίμηση της κυβέρνησης μέσα από μια εννοιολογική προσέγγιση όρων «που είναι κρίσιμοι για την ίδια την υπόσταση και το ρόλο του πολίτη και της πολιτειακής λειτουργίας», όπως αυτοί της δικαιοκρατίας, φερεγγυότητας, αξιοκρατίας, αποτελεσματικότητας και προοδευτισμού. «Τα ατοπήματα και οι αστοχίες αυτής της κυβέρνησης είναι πολλαπλά. H χρήση μαοϊκών ρητών, η επαγγελία ενός «Νέου Κράτους» και η διοργάνωση φιεστών για την απόδοση τιμής σε ήρωες των αρχαίων χρόνων σε συνδυασμό με την ελαφρά τη καρδία ανάληψη δημοψηφισματικής πρωτοβουλίας εν τω μέσω τραπεζικής αργίας παραπέμπουν ιστορικά σε πρακτικές δήθεν φιλολαϊκών καθεστώτων» σημειώνει η συγγραφέας.
Ο Νίκος Γκιώνης με το βλέμμα στραμμένο στην ιστορία του Ελληνικού Έθνους γράφει για το σήμερα: «Όλα αλλάζουν, η δημιουργία και μεγέθυνση του Δημόσιου Τομέα επί Ελευθέριου Βενιζέλου ήταν εκσυγχρονιστική τομή, η σμίκρυνσή του σήμερα και η τροποποίηση της μονιμότητας είναι απαραίτητη μεταρρύθμιση, από τις πολλές που θα μορφοποιήσουν την διήγηση της ανασυγκρότησης» και σημειώνει πως «σε ανασυγκροτήσεις μετά από μακρόχρονες δομικές κρίσεις μόνο ηγέτες βεμπεριανού τύπου, μπορούν να δώσουν σάρκα και οστά μέσα από τα αυτοθυσιαστικά λειτουργικά τους προσόντα παρουσιαζόμενοι με πολιτική διάταξη και υπερκομματικό – πραγματιστικό λόγο περί της μεθόδου ανάταξης της πατρίδας»
Ο Άγγελος Τερζούδης εξετάζει την κατάσταση στην Τουρκία και εκτιμά πως η Ελλάδα «αναδεικνύεται γεωπολιτικά σε τελευταίο χώρο σταθερότητας για ολόκληρη την περιοχή». Ο συγγραφέας όμως σημειώνει πως «είναι ατυχία για τον τόπο, σε μια τόσο καθοριστική περίοδο, να απουσιάζουν από τη σημερινή διακυβέρνηση και η γνώση και η κατεύθυνση» και τονίζει πως «επιβάλλεται η κυβέρνηση να εγκαταλείψει επιτέλους τη γνωστή πλήρως ανεύθυνη τακτική της να χειρίζεται και τα εθνικά θέματα στοχεύοντας πρωτίστως στο ποταπό κομματικό συμφέρον» και πως «είναι καιρός να θέσει τον πήχη ψηλότερα, εκεί όπου συναντώνται η εθνική ευθύνη με τα στρατηγικά συμφέροντα της χώρας»
Ο Μελέτης Ρεντουμής εξετάζει την άνοδο της ισλαμοφοβίας στην Ευρώπη η οποία συνδέεται με άνοδο της ακροδεξιάς. «Η βία γεννά αντιβία» παρατηρεί ο συγγραφέας και σημειώνει πως «συνέπεια αυτής της ισλαμοφοβίας είναι η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, με τ’αντίστοιχα κόμματα να προελαύνουν και να προτρέπουν τους πολίτες και τους κατοίκους των πόλεων, να πάρουν το νόμο στα χέρια τους και φυσικά να δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην ρατσιστική ρητορική που πρεσβεύουν» και προειδοποιεί πως «αν επικρατήσουν οι ακροδεξιές ιαχές, θα οδηγηθούμε σ’ένα ολοκληρωτικό καθεστώς απομονωτισμού». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «απαιτείται, συστηματική επαφή με το μετριοπαθές Ισλάμ»
Ο Θανάσης Διαμαντόπουλος γράφει για την κυβερνητική πρόταση «ενός συνταγματικού αχταρμά που θεσμοθετεί την ακυβερνησία, γκρεμίζει ό,τι έχει μείνει όρθιο στην οικονομία και διαλύει κάθε θεσμική ισορροπία η απόσταση είναι τεράστια» εστιάζοντας στις προτάσεις για συνταγματική κατοχύρωση της απλής αναλογικής η οποία «εγγυάται την ακραία κυβερνητική αστάθεια», για τον ΠτΔ που ενέχουν τον «κίνδυνο επώδυνων συγκρουσιακών τριβών από τη συνύπαρξη δύο πολιτειακών παραγόντων» και για τα δημοψηφίσματα που ευνοούν «πρωτίστως παράγοντες και κέντρα με μεγάλη γνωμοδιαμορφωτική ισχύ». «Οι κυβερνητικές προτάσεις πηγαίνουν προς την κατεύθυνση ενός θεσμικού πολτού που εγγυάται αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού και ακυβερνησία» σημειώνει ο συγγραφέας.
Ο Νίκος Ορφανός συγκρίνει το υπάρχον εκλογικό σύστημα με την απλή αναλογική εκτιμώντας πως αν και η το υπάρχον εκλογικό σύστημα είναι μια εκλογική ρουλέτα που «μετατρέπει την κατανομή των εδρών σε ένα είδος τυχερού παιγνίου», η απλή αναλογική «αποτελεί ένα απόλυτα καλπονοθευτικό σύστημα». Με την απλή αναλογική, σημειώνει ο συγγραφέας, «το ποιος θα κυβερνήσει και ποιος θα πρωθυπουργεύσει, επαφίεται στο νταραβέρι των κομμάτων» και τονίζει πως ναι μεν πρέπει να μειωθεί το bonus, αλλά «μία συζήτηση για την αλλαγή του εκλογικού νόμου πρέπει να είναι αποδοχής τουλάχιστον των δύο τρίτων και περισσότερο, κατόπιν ενδελεχούς συζήτησης.»