O Στέλιος Κυριαζής στο άρθρο του, σχολιάζει σε προσωπικό τόνο, το σύγχρονο συνδικαλισμό και τις «κινητοποιήσεις» εκτιμώντας πως «η συνδικαλιστική διάλεκτος έχει διαρρήξει τη σχέση της με την εργασιακή πραγματικότητα». Σημειώνοντας πως οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα απεργούν ελάχιστα, επισημαίνει πως «οι ελπίδες των εργαζομένων πρέπει να στηρίζονται στο αξιοβίωτο των επιχειρήσεων ειδικά τώρα που λαμβάνει χώρα απότομος επαναπροσδιορισμός του ιδιοκτησιακού χάρτη». «Σε πείσμα αυτών των πρακτικών, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μιλήσει για οικονομικίστικα αιτήματα, συντεχνίες και την ανάγκη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Οι όροι αυτοί όσο κι αν εισπράξανε την μήνιν της αριστεράς έχουν σημασία ακόμη και σήμερα» τονίζει.

O Παναγιώτης Κωστούλας στο άρθρο του αμφισβητεί το αφήγημα ότι η σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σε στρατηγική κρίση και εξηγεί πως μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 «παρατηρείται το φαινόμενο: φιλελεύθερες/συντηρητικές/δεξιές κυβερνήσεις να καταφεύγουν σε σοσιαλδημοκρατικές/κρατικοπαρεμβατικές επιλογές προκειμένου να αποτρέψουν την κατάρρευση των εθνικών τους οικονομιών!». Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως «έχει έρθει η στιγμή να αναθαρρήσουμε» μολονότι όπως σημειώνει «η σοσιαλδημοκρατία θα επικρατήσει αν νικήσει ιδεολογικά κι εν τέλει εκλογικά στο επίπεδο των συνολικών ευρωπαϊκών συσχετισμών». «Πρέπει να σχεδιαστεί η νέα ανατέλλουσα και αντεπιτιθέμενη κεντροαριστερά» τονίζει.  

Ο Τάκης Αναστόπουλος, Επίτιμος Δ/ντής Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρουσιάζει και αναλύει το μείζον ζήτημα για την πορεία της ΕΕ που έχει θέσει ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Ντ. Κάμερον, σχετικά  με την παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αφορμή την επικείμενη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες στις 17 και 18 Δεκεμβρίου. «Παντού αλλού, η συζήτηση έχει προχωρήσει: στο εσωτερικό των κυβερνήσεων, μεταξύ των εκπροσώπων των Πρωθυπουργών, εντός των Κοινοβουλίων, στον Τύπο και στην κοινή γνώμη. Μόνο στην Ελλάδα, ακολουθώντας τον ιδιότυπο απομονωτισμό μας έχουμε πλήρη άγνοια των επικείμενων αποφάσεων που μπορεί να επηρεάσουν το μέλλον της ΕΕ.» σημειώνει ο συγγραφέας.

O Αριστοτέλης Αϊβαλιώτης, επιχειρηματίας και ιδρυτικό μέλος της Δράσης, με το άρθρο του θέτει το θέμα της ανάγκης ύπαρξης ουσιαστικής αντιπολίτευσης, «αλλιώς θα χτίσουμε, με τα πιο απρόσμενα υλικά, μία νέα αυθαιρεσία» όπως τονίζει, και μιλάει για την ύπαρξη μιας «τριμερής» κυβερνητικής συνεργασίας «με το τρίτο μέρος να είναι ακόμη αφανές, παρότι επώνυμο». Σύμφωνα με τον συγγραφέα η αντιπολιτευτική αμηχανία συνιστά «εκδήλωση συνειδητής συμπόρευσης με τον Τσίπρα» τονίζοντας πως «τίποτε καλό δεν θα προκύψει από μία τέτοια στρατηγική: οι δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας δεν μπορούν να περιμένουν τίποτε από την «συναίνεση» που υφαίνει μεθοδικά το τριμερές σχήμα της σημερινής κυβέρνησης».

Ο Δημήρης Θωμάκος με το άρθρο του, παραλληλίζει το διχασμό της περιόδου 1964 -1974 σε «ενωτικούς» και «ανθενωτικούς» με τον διχασμό της περιόδου 2010-2015 σε «μνημονιακούς» – «αντιμνημονιακούς». «Ο διχασμός του 1964-74, όσο και ο πρόσφατος του 2010-15, βασίστηκαν σε μια πλάνη» τονίζει, εξηγώντας πως «οι ενωτικοί της περιόδου 1964-74 όπως και οι αυτοαποκαλούμενοι αντιμνημονιακοί εθελοτυφλούσαν ή αρνούνταν να αποδεχτούν την πραγματικότητα. Και στις δύο περιπτώσεις δεν υπήρχε ουσιαστικό αντικείμενο διαφοράς». «Η  απόλυτη  καταστροφή, όπως συνέβη τον Ιούλιο του 1974 στην Κύπρο, μπορεί να απεφεύχθει την τελευταία στιγμή, το τίμημα όμως της διαίρεσης και του διχασμού ήταν βαρύ» σημειώνει.

 

Ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού ΘΕΣγάλα, Θανάσης Βακάλης, με το άρθρο του αναλύει γιατί η οργάνωση της παραγωγής είναι το πρώτο βήμα για την αναδιάρθρωση της αγροτικής ανάπτυξης. «Ο αγροδιατροφικός τομέας διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις ώστε να γίνει ένας από τους κύριους μοχλούς ανάπτυξης της χώρας» τονίζει, επισημαίνοντας όμως τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι μικροί γεωργοί. Ο Θ. Βακάλης σημειώνει πως θα πρέπει να δοθούν κίνητρα για την ανάπτυξη συνεταιρισμών και τονίζει πως «η αγροτική παραγωγή δεν είναι μικροκομματική ούτε συντεχνιακή υπόθεση αλλά αφορά την πατρίδας μας, κι αυτό καλό θα ήταν να το κατανοήσουν τα κόμματα και οι αγροτοπατέρες.»

 

Τις προϋποθέσεις της εθνικής ανάτασης (κοινωνικές, πολιτικές, θεσμικές και αναπτυξιακές) καταγράφει στο άρθρο του ο Χρήστος Δερβένης, εκτιμώντας «πως μπορούμε να αντιδράσουμε και να σταματήσουμε την κατρακύλα της χώρας μας, να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος και να δημιουργήσουμε το περιβάλλον που απαιτείται για την ανάταση της χώρας». «Η ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων είναι η αφετηρία για την εθνική ανάταση. Στο χέρι μας είναι. Όποιοι θέλουν και μπορούν. Αν δεν το τολμήσουμε και παραμείνουμε δέσμιοι ενός αδύναμου «θα ήθελα» κι ενός δυνατού «δεν τόλμησα», τι θα διηγηθούμε στα παιδιά μας όταν θα ρωτούν: κι εσύ γιατί δεν έκανες κάτι;» τονίζει.

Με αφορμή το αποτελέσμα των περιφερειακών εκλογών στη Γαλλία, ο Πέτρος Παπασαραντόπουλος αναλύει την πρόκληση που αντιμετωπίζει η φιλελεύθερη δημοκρατία με την αύξησης της πολιτικής επιρροής ακροδεξιών πολιτικών σχημάτων, επισημαίνοντας και τα αδιέξοδα της «αντιφασιστικής» ρητορείας. Ο συγγραφέας περιγράφει τη διαφορά ανάμεσα στην εξτρεμιστική ακροδεξιά και την λαϊκιστική ακροδεξιά, καταλήγοντας στο ότι «η ακροδεξιά δεν συνιστά, προς το παρόν τουλάχιστον, αξιοσημείωτο εκλογικό μέγεθος». Όμως, «το πρόβλημα είναι αλλού» τονίζει, σημειώνοντας πως «πρόκειται για την επικράτηση των ιδεών της ακροδεξιάς στην κοινωνία, κάτι που οδηγεί τα καθιερωμένα κόμματα να προσπαθήσουν να ενσωματώσουν στη ρητορική τους καίρια στοιχεία της ακροδεξιάς ατζέντας».

Το μέτρο του περιουσιολογίου που μελετά η κυβέρνηση αναλύει στο άρθρο του ο Μαρίνος Σκανδάμης, επισημαίνοντας πως καθώς το μέτρο δεν θα αφορά όσους έχουν αποκτήσει παράνομα κινητά περιουσιακά στοιχεία μια και δεν θα διακινδυνεύσουν τη δήλωσή τους, θα απομένει ν’ αφορά μόνο αυτούς που νομίμως κατέχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία. «Η επιλογή όμως των πολιτών να φυλάσσουν τα αντικείμενά τους εκτός τραπεζών, προέρχεται από την έλλειψη εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, που συνοδεύεται από έλλειψη εμπιστοσύνης προς το κράτος» σημειώνει τονίζοντας πως επιπλέον «για πρώτη φορά έχουμε μια βαθιά εισχώρηση του κρατικού ενδιαφέροντος σε ένα χώρο προσωπικής προστασίας και εχεμύθειας».

Ο συγγραφέας του άρθρου, εξηγεί τι πραγματικά είναι το ΕΣΠΑ και δίνει απάντηση στο ερώτημα: «Μπορεί το ΕΣΠΑ να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που του αποδίδουμε;». O συγγραφέας σημειώνει πως η εμμονική αξιολόγηση των προγραμμάτων του ΕΣΠΑ υπό το πρίσμα της απορροφητικότητας, αποκλείοντας σειρά άλλων δεικτών, δημιουργεί προβλήματα, και εξηγεί πως «η αυτοπαγίδευση του δημόσιου διαλόγου σε εύκολα μετρήσιμα ποσοτικά στοιχεία, βασίζεται στην αδυναμία κατανόησης ότι το ΕΣΠΑ είναι εργαλείο, δεν είναι αυτοσκοπός.» Επισημαίνοντας την απουσία Εθνική στρατηγικής, ο συγγραφέας παραπέμπει στην μελέτη της McKinsey του 2010, «Η Ελλάδα 10 χρόνια μπροστά», ως την μοναδική απόπειρα που προσεγγίζει έναν εθνικό σχεδιασμό.