Ο Αντώνης Τριφύλλης γράφει: «Θα ήθελα να είχε την ικανότητα ενός Ηγέτη που επιλέγει σωστούς συνεργάτες, αντί να επαφίεται στην θαλπωρή της κομματικής ένταξης και οικογενειακής φιλίας. Αντί να εμπιστεύεται ημιμαθείς νάρκισσους και ασταθείς, ψυχολογικά αμαθείς αυλικούς. Θα ήθελα να ανοίξει νέους δρόμους για τους νέους σε σχέση με το ήθος, την ποιότητα και την γνώση. Αντί να παρασύρεται από ανόητους υπερόπτες της αγοραίας πολιτικής». Και στην ερώτηση που κάνει στον εαυτό του, αν ονειροβατεί, η απάντηση που δίνει είναι: «στην ηλικία μου δεν έχω άλλα περιθώρια για συμμετοχή στο ψεύδος, την ανοχή στην αχαλίνωτη δημαγωγία και στην παρακμή»

Ο Παναγιώτης Ασημακόπουλος εξετάζει την «οικονομική πολιτική και προοπτικές της Ελληνική Οικονομίας» εκτιμώντας ότι τα «τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από όσο νομίζουμε». Ο συγγραφέας εκτιμά ότι «ακόμα και αν η Ελληνική κυβέρνηση αποφάσιζε να μειώσει τους φόρους είναι αρκετά απίθανο ότι η ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις θα αυξανόταν» και σημειώνει πως «οι τιμές στην Ελλάδα είναι ακόμα αρκετά υψηλές, κυρίως λόγω χαμηλού ανταγωνισμού στις αγορές» ενώ τονίζει την ανάγκη για «ένα πιο απλό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, όπου οι φορολογούμενοι δεν θα μπορούν εύκολα να εκμεταλλευτούν τα διάφορα παραθυράκια»

Ο Γιάννης Λίτινας παρουσιάζει την κατάσταση σήμερα σε όλους τους τομείς ( παιδεία, δικαιοσύνη, υγεία, οικονομία, επιχειρηματικότητα, αθλητισμό, εξωτερική πολιτική) εκτιμώντας ότι «σε κάθε επίπεδο, σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, σε κάθε επίπεδο ζωής, η χώρα υποχωρεί, υποβαθμίζεται» και σημειώνει πως «οι σημερινοί κυβερνώντες ωθούν στην αποδοχή της καθίζησης μέσα από τον τρόπο που επιλέγουν να κυβερνούν, να διαπραγματεύονται, να προτείνουν και να δρουν». Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως είναι άμεσα απαιτητό ένα νέο σχέδιο για τη χώρα: «μια νέα πρόταση που θα δίνει τις προϋποθέσεις εκείνες στη χώρα να αρχίσει να ανεβάζει ξανά τον πήχη των προσδοκιών των πολιτών»

Ο Νίκος Γκιώνης βασιζόμενος σε δύο αποσπάσματα από το συλλογικό έργο « Η Ελλάδα 1936-1949», όπου η Ελλάδα περιγράφεται ως «μια χώρα πλήρως αναποτελεσματική» και όπου «όλα γίνονται χωρίς πρόγραμμα και όπου το κοινό συμφέρον δεν υπολογίζεται», συμπεραίνει ότι «αυτό που ονομάζουμε παθογένεια του συνολικού υπαρξιακού ιστού της χώρας, είναι σχεδόν απαράλλαχτο για δεκαετίες- συμπυκνώνεται, τότε και τώρα, σε έναν διαρκώς εξαπλούμενο και αυτοτροφοδοτούμενο γενικευμένο παρασιτισμό». Ο συγγραφέας συμπληρώνει πως υπάρχει «μια δεύτερη ζωή της Ελλάδας, υγιής αλλά κρυμμένη, δημιουργική αλλά σεμνή τόσο που σχεδόν να μην φαίνεται σε αντίθεση με την παθογενή και επηρμένη άλλη Ελλάδα του φαίνεσθαι»

Ο καθηγητής κ. Ιωακειμίδης θέτει το θέμα του «τι Ευρώπη θέλουμε» εκτιμώντας ότι «η Ευρωπαϊκή Ένωση που έχουμε σήμερα είναι θεσμικά, πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ατελής». Ο συγγραφέας προτείνει την ανάληψη δράσης σε οκτώ επίπεδα: Ολοκλήρωση της ΟΝΕ, Προώθηση της Κοινωνικής Ευρώπης, Ανάπτυξη του διεθνούς ρόλου της ΕΕ, Διαμόρφωση ολοκληρωμένης πολιτικής για τη μετανάστευση, Οικοδόμηση της Ενεργειακής Ένωσης, Προώθηση της διεύρυνσης της Ένωσης, Προώθηση της Πολιτικής Ένωσης ομοσπονδιακής λογικής, Επαναπροσδιορισμός του Ευρωπαϊκού Σχεδίου. «Η οικοδόμηση της δημοκρατικής Πολιτικής Ένωσης ομοσπονδιακού περιεχομένου συνιστά κεντρικό μέρος του κεντροαριστερού πολιτικού σχεδιασμού.» σημειώνει ο συγγραφέας.

O Νίκος Ορφανός με αφορμή τα γεγονότα γύρω από τον Γιαν Φαμπρ, παραθέτει τα λάθη του υπουργού πολιτισμού που οδήγησαν σε μια τέτοια επιλογή και κατακραυγή και εκτιμώντας ότι «το ζητούμενο είναι το πλαίσιο που θωρακίζει το θεσμό, που προστατεύει το θεσμό από την αυθαιρεσία και του ίδιου του διευθυντή, αλλά και του αρμόδιου υπουργού» προτείνει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. «Το φεστιβάλ δεν ανήκει σε κανέναν μας», τονίζει ο συγγραφέας, «διαχειριστές και κοινωνοί του είμαστε και οφείλουμε να προφυλάξουμε και να βελτιώσουμε αυτόν τον ιστορικό θεσμό». «Το μέλλον του Φεστιβάλ είναι τώρα και δε μπορεί άλλο να μας περιμένει» συμπληρώνει.

Ο Χρήστος Μυτιλινιός θέτει το θέμα του λαϊκισμού, εξηγώντας πως οι εχθροί της χώρας μας δεν είναι οι ξένοι αλλά ο λαϊκισμός και ζητάει να γίνει επιτέλους «η επανάσταση του αυτονόητου». Ο συγγραφέας εξηγεί πως «οι Έλληνες, αρεσκόμεθα σε κριτικές διάφορες, προσαρτόμαστε σε ψεύδη, λατρεύουμε την ωραιοπάθεια, σιχαινόμαστε την αλήθεια» και ως εκ τούτου «όσοι κυβέρνησαν, στηρίχθηκαν στο λαϊκισμό. Όσοι δεν λαΐκισαν, μπήκαν αυτόματα στο περιθώριο». Ο Χρ. Μυτιλινιός προτείνει οκτώ μεταρρυθμίσεις που «που αν υλοποιηθούν, θα θέσουν γερές βάσεις για να μπορέσει η χώρα να απεγκλωβιστεί από το αδιέξοδο στο οποίο σύρθηκε».

Ο Γιάννης Μαντζίκος αναλύει τις προθέσεις των τζιχαντιστών και εκτιμά πως ο στόχος τους «δεν ήταν και δεν είναι να δημιουργήσουν ένα Ισλαμικό Χαλιφάτο αλλά να παγιώσουν φοβικά συναισθήματα και να ενεργοποιήσουν ρατσιστικά χαρακτηριστικά στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο». Ο συγγραφέας μελετώντας του ιστορικούς κύκλους του Ισλαμικού Κράτος, εκτιμά πως «θα γνωρίσει αργά ή γρήγορα μια κάμψη, ήδη χάνει σημαντικά του στηρίγματα στην Συρία» σημειώνει όμως πως «αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα εμφανιστεί κάποιο καινούριο μόρφωμα». Παραθέτοντας τα αίτια που δημιουργούν το πρόβλημα, εκτιμά πως «η απάντηση δεν πρέπει να είναι λιγότερη Ευρώπη αλλά μια πιο ισχυρή Ευρώπη»

Ο Παναγιώτης Κωστούλας εξετάζει τις παθογένειες του κομματικού φαινομένου και προτείνει προτάσεις υπέρβασής τους, τονίζοντας ότι «καμία μεταρρυθμιστική απόπειρα δεν είναι δυνατόν να ευδοκιμήσει χωρίς την επαναθεμελίωση του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος». Εκκινώντας από την πεποίθηση ότι «τα κόμματα είναι το πρωτογενές κύτταρο της δημοκρατίας» παραθέτει πέντε βασικές παθογένειες των κομμάτων, μία εκ των οποίων είναι «η ατταβιστική πρόσδεσή τους σε ονοματολογικές, συμβολικές και ιστορικές νόρμες του παρελθόντος τους», και καταθέτει τις δικές του προτάσεις υπέρβασης, δίνοντας ένα «έναυσμα για την έναρξη μιας ουσιαστικής συζήτησης ως προς την αλλαγή του τρόπου δομής και λειτουργίας τους»

Ο Νίκος Διακουλάκης εξετάζει τους «κινδύνους και τις ευκαιρίες για τη σοσιαλδημοκρατική αριστερά» εκτιμώντας πως «η πορεία της πολυδιασπασμένης δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής σοσιαλδημοκρατικής παράταξης βρίσκεται πια σε οριακό σημείο» ενώ από την άλλη, «η διολίσθηση σε αντιδημοκρατικές και καθεστωτικές πρακτικές, ολοκληρώνει την εικόνα μιας αδιέξοδης διακυβέρνησης από την ετερόκλητη συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ». Ο συγγραφέας τονίζει πως «δεν αρκούν οι συζητήσεις, οι διαβουλεύσεις και οι επεξεργασίες για να προσεγγίσουμε τους στόχους της ενότητας, της ανανέωσης και της ανάκαμψης» και καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις, για «να δημιουργήσουμε ένα σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό οργανισμό που θα λειτουργεί σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

O Αριστείδης Γριβοκωστόπουλος δανειζόμενος τον όρο «τρίλημμα» από τις οικονομικές επιστήμες, με τον οποίο περιγράφεται η «αδύνατη τριάδα» της σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας, της εθνικής ανεξαρτησίας της νομισματικής πολιτικής και της κινητικότητας του κεφαλαίων, εξετάζει το «τρίλημμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς». Ο συγγραφέας εκκινώντας από την ανάλυση των αιτιών της περιθωριοποίησης της κεντροαριστεράς στην Ευρώπη, εκτιμά πως «η κεντροαριστερά πρέπει να επιλέξει δύο εκ των τριών στρατηγικών κινήσεων: της συμμαχίας εκ δεξιών, της συμμαχίας εξ αριστερών και της μελλοντικής αυτοδυναμίας» υποστηρίζοντας πως «το τρίλλημα είναι υπαρκτό, όπως και η αναγκαιότητα λύσης του σήμερα, όχι αύριο».  

Ο Αλέξανδρος Ονουφριάδης εκτιμά ότι στη συζήτηση για την κεντροαριστερά, «οι αρχηγοί των κομμάτων δεν μπορούν να συμφωνήσουν καν στον πολιτικό προσανατολισμό ενός ευρύτερου σχήματος», αν δηλαδή θα είναι περισσότερο κεντροαριστερό ή κεντρώο, ή αν θα σοσιαλιστικό ή δημοκρατικό. Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως θα πρέπει «να εισακουσθεί η προτροπή του κ. Σημίτη, ο οποίος κάλεσε όλους να αφήσουν στην άκρη εγωισμούς και μικροφιλοδοξίες και να προχωρήσουν στην δημιουργία του τρίτου πόλου» και τονίζει πως «η προοδευτική παράταξη εκφράζεται σε διαφορετικά επίπεδα και η λύση για την επιβίωση της μπορεί να έρθει από εκεί που δεν το περιμένουμε»

Ο Πέτρος Καβάσαλης προλογίζει το συγκλονιστικό κείμενο - μαρτυρία του Αλέξανδρου Μπέρλερ, «ενός απλού πολίτη της Ευρώπης» που έζησε τη φρίκη της επίθεσης των τζιχαντιστών στις Βρυξέλλες στις 22 Μαρτίου. «Μέσα σε πέντε δέκα λεπτά όλο το σκηνικό άλλαξε, η περιοχή σφραγίστηκε, ο στρατός, οι πυροσβέστες, τα ασθενοφόρα, η αστυνομία παντού. Πόλεμος!» περιγράφει ο Αλέξανδρος Μπερλερ και ο Πέτρος Καβάσαλης μοιράζεται τις σκέψεις του: «Όταν οι ναζί βομβάρδιζαν το Λονδίνο, υπήρχε λίγος χρόνος ανάμεσα στον ήχο της σειρήνας και στη βόμβα που έφερναν τα αεροπλάνα, μπορούσες να σωθείς αν έβρισκες καταφύγιο. Αυτές οι βόμβες, δεν προειδοποιούν».

Τετάρτη, 23 Μαρ 2016

Το ορατό ρήγμα

αρθρο του:

O Νίκος Ορφανός θέτει το ζήτημα του ρήγματος ανάμεσα «στην πραγματική ζωή των ανθρώπων και τους κομματικούς σχεδιασμούς των λογής αρχηγών και επικεφαλής» εξηγώντας πως «οι πολίτες, δεν είναι και δε θέλουν όλο και περισσότερο να είναι, απλοί χειροκροτητές του μεγάλου ηγέτη-πολιτικού πρωταγωνιστή» και συμπληρώνοντας πως οι πολίτες «θέλουν να ακούγονται, χωρίς όμως να τρώνε ατελείωτα τις ώρες τους σε ατελείωτες συζητήσεις, αδιέξοδα συνέδρια και αιώνιες διεκδικήσεις». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «στην εποχή του διαδικτύου, τα σταριλίκια μας τελειώσανε» και τονίζει πως «αν δε βγούμε στην κοινωνία, στο τέλος την αίθουσα θα τη σκουπίσουν οι αρχηγοί με τα παρεάκια τους»