Ο Νίκος Κασκαβέλης εκκινώντας από το ερώτημα που τέθηκε στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών «Υπάρχει λύση στο ελληνικό πρόβλημα;» και κυρίως από την απάντηση που δόθηκε: πως στην αντιμετώπιση της κρίσης ερχόμαστε αντιμέτωποι με θέματα εθνικής αυτογνωσίας σχετικά με το «πού ανήκουμε», θέτει τον δικό του προβληματισμό εκτιμώντας πως «κυριαρχεί στον τόπο μας η διάθεση μιας συνωμοσιολογική προσέγγιση της Ιστορίας». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «είναι χαρακτηριστικό το πόσο μας ενδιαφέρει ακόμα και η παραμικρή αμφισβήτηση ή σχόλιο του κάθε ξένου για μας» και τονίζει πως «η δημιουργική ενασχόληση με την πατρίδα επιβάλλεται και μπορεί να έχει προοδευτικό περιεχόμενο».

Ο Αριστοτέλης Αϊβαλιώτης εξετάζει την πολιτική των «αλλεπάλληλων φοροεπιδρομών» εκτιμώντας ότι τα αποτελέσματα αυτής είναι «κατά γενική ομολογία τραγικά» και τονίζοντας πως «η χώρα έχει πέσει μέσα σε έναν φαύλο κύκλο ύφεσης και από-επένδυσης». Ο συγγραφέας τονίζει «έχουμε πέσει σε μία μαύρη τρύπα, από την οποία αποκλείεται να βγούμε με μαγικό τρόπο, απλά επαναλαμβάνοντας τα ίδια σφάλματα» και σημειώνει πως η χώρα χρειάζεται ένα «επενδυτικό σοκ» προειδοποιώντας πως «φτάνουμε κοντά στην κρίσιμη ώρα, του μη περαιτέρω». «Εκτός από τους ανθρώπους, υπάρχουν και οι αριθμοί. Και αυτοί, οι αριθμοί, δεν βγαίνουν πια. Με καμία εξωτερική ή εσωτερική βοήθεια» τονίζει.

Ο Δημήτρης Θωμάκος παρουσιάζει το βιβλίο του Δημήτρη Καιρίδη, «Εθνικισμός». Σύμφωνα με τον Δ. Θωμάκο, το βιβλίο του Δ. Καιρίδη «αναδεικνύει τον ρόλο των πολιτικών επιλογών και διεργασιών, που κλιμάκωσαν την ένταση και τελικά οδήγησαν στη βίαιη αντιπαράθεση μεταξύ Ελληνοκυπρίων-Τουρκοκυπρίων και Σέρβων-Κροατών-Βόσνιων Μουσουλμάνων» και προβαίνει σε «εκτενή αναφορά στο ζήτημα της βαλκανικής ασφάλειας, αφού σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται τόσο το Κυπριακό ζήτημα, όσο και οι πόλεμοι που ακολούθησαν τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας». Ο Δ. Θωμάκος τονίζει πως «η συμβολή του βιβλίου στην κατανόηση των εθνοτικών συγκρούσεων και του ρόλου του εθνικισμού στη διεθνή πολιτική είναι πολύτιμη»

Ο Γιάννης Μαντζίκος περιγράφει το αδιέξοδο στις χώρες της Μέσης Ανατολής και τα λάθη της Δύσης. Όπως τονίζει, «αν Αραβική Άνοιξη είχε τρόπον τινά εκπληρώσει τις επιθυμίες, την προοπτική και τα όνειρα των πολιτών της Μέσης Ανατολής τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά», ενώ σημειώνει πως «επανέρχεται το δίλημμα περί δημοκρατίας και σταθερότητας». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «ανάμεσα στον Άσσαντ που χρησιμοποιεί φρικτές μεθόδους όπως πολιορκίες πείνας και ενδεχομένως χημικά και στους τζιχαντιστές υπάρχουν μετριοπαθείς φωνές και πολίτες που επιθυμούν να τους ακούσουν όμως αυτή η πολιτική δυστυχώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα απαιτεί χρόνο και υπομονή»

Ο Χρήστος Δερβένης με αφορμή το βιβλίο της M. Mazzucato: «Επιχειρηματικό Κράτος» εξετάζει το ρόλο του κράτους και της αγοράς στην βίο - ιατρική έρευνα και καινοτομία, τονίζοντας πως «είναι μύθος ότι η έρευνα και η καινοτομία είναι υπόθεση του ιδιωτικού κεφαλαίου». Ο συγγραφέας εξηγεί ότι «η ιατρική έρευνα στο σύνολό της μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ισχυρής αναπτυξιακής ώθησης» εκτιμώντας πως «σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας, η λύση μπορεί και οφείλει να προέλθει από την εφαρμογή καινοτομικών πολιτικών οργάνωσης του συστήματος υγείας». Αναφερόμενος στην Ελλάδα σημειώνει ότι στο πεδίο της βιοτεχνολογίας «διαθέτει εστίες αριστείας που μπορούν να αποτελέσουν εστίες καινοτομίας»

Ο Γιώργος Βογιατζής εξετάζει το διαχωρισμό της πολιτικής από τη business επικεντρώνοντας στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και εκτιμώντας πως «ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα το Ε.Σ.Υ. είναι η ανικανότητα να διαχειρισθεί τα επιχειρησιακά προβλήματα». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «οι πολιτικές ηγεσίες ποτέ δεν πλαισιώθηκαν με σωστούς επαγγελματίες που θα μπορούσαν να ωθήσουν τα πράγματα προς την σωστή κατεύθυνση» εξηγώντας πως αυτό οφείλεται στο ότι «κάθε πολιτικό κόμμα που αναλαμβάνει την κυβερνητική εξουσία θεωρεί το κράτος λάφυρο». Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως «η επιχειρησιακή λειτουργία θα πρέπει να είναι αποκλειστική ευθύνη της ανεξάρτητης διοίκησης του ΕΣΥ».

Ο Θάνος Μπαλασόπουλος θέτει το ζήτημα της πολιτικής οικονομίας των μεταρρυθμίσεων εξετάζοντας το σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Ο συγγραφέας εκτιμά πως «η έννοια της οικονομικής αποδοτικότητας» δεν μπορεί να εισαχθεί αποτελεσματικά λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων, με αποτέλεσμα «την κατάρρευση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας (ΠΦΥ), γεγονός που διαφοροποιεί τη χώρα μας από την πορεία των χωρών της ΕΕ». Τονίζει ότι «η δόμηση ενός Ευρωπαϊκών προδιαγραφών συστήματος ΠΦΥ χρειάζεται πόρους και επενδύσεις» και εξηγεί ότι «τα μακροοικονομικά κέρδη σε οικονομικούς όρους αλλά και σε όρους δημόσιας υγείας είναι πολλαπλάσια». «Έχει φτάσει η στιγμή όπου μια νέα ιστορική τομή πρέπει να λάβει χώρα» σημειώνει.

Ο Νίκος Τσολακίδης περιγράφει το παράλληλο σύμπαν των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εκτιμώντας πως «η κυβέρνηση μόνο ανάσταση νεκρών δεν υποσχέθηκε, ακόμη» συμπληρώνοντας πως «όλα αυτά για την προσκόλληση στη νομή της εξουσία, για την καρέκλα, την έδρα, την καθέδρα». Ο συγγραφέας αφού παραθέσει βασικούς δείκτες για την κατάσταση της οικονομίας, σημειώνει δεικτικά πως «τα μόνα νούμερα με τα οποία ασχολείται το Μαξίμου είναι εκείνα των δημοσκοπήσεων». «Όσο ο λαός θα αγαπά της αλήθεια αλλά συνειδητά θα επιλέγει την ευκολία του ψεύδους, οι χαμηλές πτήσεις θα συνεχίζονται και θα κλιμακώνονται παντού, στον πολιτισμό , στην παιδεία, στην υγεία» τονίζει.

Η Άννα Καραμάνου στο άρθρο – μελέτη αναλύει το ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας και του πλουραλισμού, επικεντρώνοντας στο θέμα των γυναικών. «Χρειάζονται αναθεωρήσεις και βαθιές αλλαγές στα συστήματα των αξιών μας, πάνω στα οποία έχει οικοδομηθεί ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός, που θεοποιεί τον υλικό πλούτο, που αναπαράγει και ανέχεται τις διακρίσεις, τις ανισότητες, τον κοινωνικό δαρβινισμό, το ρατσισμό και τη βία. Ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, χωρίς καμιά διάκριση λόγω φύλου, φυλής, καταγωγής, θρησκείας, ηλικίας, ή σεξουαλικού προσανατολισμού αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων, την καταπολέμηση της βίας και την πρόοδο» σημειώνει η συγγραφέας.

Ο Παναγιώτης Καραθύμιος εξετάζει αν η Ελλάδα έχει ελεύθερη οικονομία εκτιμώντας ότι «η υιοθέτηση των κανόνων της ελεύθερης αγοράς έχει θετικές συνέπειες τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία». Για να το εξηγήσει αυτό συγκρίνει «δείκτες κρατών τα οποία διαφέρουν ως προς τον βαθμό ελευθερίας της οικονομίας τους» και τονίζει πως «η ανάγκη της χώρας μας, για στροφή σε πολιτικές ανοικτής οικονομίας είναι επιτακτική». «Η υιοθέτηση τέτοιων πολιτικών φαίνεται πως είναι μονόδρομος για την έξοδο της χώρας μας από την οικονομική κρίση καθώς καμία χώρα στον κόσμο δεν αύξησε τον πλούτο της χωρίς να αυξήσει την οικονομική της ελευθερία» σημειώνει.

Ο Αντώνης Τριφύλλης γράφει: «Θα ήθελα να είχε την ικανότητα ενός Ηγέτη που επιλέγει σωστούς συνεργάτες, αντί να επαφίεται στην θαλπωρή της κομματικής ένταξης και οικογενειακής φιλίας. Αντί να εμπιστεύεται ημιμαθείς νάρκισσους και ασταθείς, ψυχολογικά αμαθείς αυλικούς. Θα ήθελα να ανοίξει νέους δρόμους για τους νέους σε σχέση με το ήθος, την ποιότητα και την γνώση. Αντί να παρασύρεται από ανόητους υπερόπτες της αγοραίας πολιτικής». Και στην ερώτηση που κάνει στον εαυτό του, αν ονειροβατεί, η απάντηση που δίνει είναι: «στην ηλικία μου δεν έχω άλλα περιθώρια για συμμετοχή στο ψεύδος, την ανοχή στην αχαλίνωτη δημαγωγία και στην παρακμή»

Ο Παναγιώτης Ασημακόπουλος εξετάζει την «οικονομική πολιτική και προοπτικές της Ελληνική Οικονομίας» εκτιμώντας ότι τα «τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από όσο νομίζουμε». Ο συγγραφέας εκτιμά ότι «ακόμα και αν η Ελληνική κυβέρνηση αποφάσιζε να μειώσει τους φόρους είναι αρκετά απίθανο ότι η ζήτηση για κατανάλωση και επενδύσεις θα αυξανόταν» και σημειώνει πως «οι τιμές στην Ελλάδα είναι ακόμα αρκετά υψηλές, κυρίως λόγω χαμηλού ανταγωνισμού στις αγορές» ενώ τονίζει την ανάγκη για «ένα πιο απλό και δίκαιο φορολογικό σύστημα, όπου οι φορολογούμενοι δεν θα μπορούν εύκολα να εκμεταλλευτούν τα διάφορα παραθυράκια»

Ο Γιάννης Λίτινας παρουσιάζει την κατάσταση σήμερα σε όλους τους τομείς ( παιδεία, δικαιοσύνη, υγεία, οικονομία, επιχειρηματικότητα, αθλητισμό, εξωτερική πολιτική) εκτιμώντας ότι «σε κάθε επίπεδο, σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, σε κάθε επίπεδο ζωής, η χώρα υποχωρεί, υποβαθμίζεται» και σημειώνει πως «οι σημερινοί κυβερνώντες ωθούν στην αποδοχή της καθίζησης μέσα από τον τρόπο που επιλέγουν να κυβερνούν, να διαπραγματεύονται, να προτείνουν και να δρουν». Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως είναι άμεσα απαιτητό ένα νέο σχέδιο για τη χώρα: «μια νέα πρόταση που θα δίνει τις προϋποθέσεις εκείνες στη χώρα να αρχίσει να ανεβάζει ξανά τον πήχη των προσδοκιών των πολιτών»

Ο Νίκος Γκιώνης βασιζόμενος σε δύο αποσπάσματα από το συλλογικό έργο « Η Ελλάδα 1936-1949», όπου η Ελλάδα περιγράφεται ως «μια χώρα πλήρως αναποτελεσματική» και όπου «όλα γίνονται χωρίς πρόγραμμα και όπου το κοινό συμφέρον δεν υπολογίζεται», συμπεραίνει ότι «αυτό που ονομάζουμε παθογένεια του συνολικού υπαρξιακού ιστού της χώρας, είναι σχεδόν απαράλλαχτο για δεκαετίες- συμπυκνώνεται, τότε και τώρα, σε έναν διαρκώς εξαπλούμενο και αυτοτροφοδοτούμενο γενικευμένο παρασιτισμό». Ο συγγραφέας συμπληρώνει πως υπάρχει «μια δεύτερη ζωή της Ελλάδας, υγιής αλλά κρυμμένη, δημιουργική αλλά σεμνή τόσο που σχεδόν να μην φαίνεται σε αντίθεση με την παθογενή και επηρμένη άλλη Ελλάδα του φαίνεσθαι»