Ο Γρηγόρης Καραγρηγορίου εξετάζοντας τις εξελίξεις στο προσφυγικό εκτιμά πως «η κυβέρνηση Τσίπρα ακολούθησε τη συνήθη πρακτική της, της ρητορικής ιδεολογικών προθέσεων» ενώ «αμέλησε να φτιάξει hotspots που είχε υποσχεθεί, για να μην αναλάβει μερίδιο από την ευθύνη του προβλήματος». Ο συγγραφέας εκφράζει το φόβο πως «αν η απάντηση της κυβέρνησης είναι έξω από την ευρωπαϊκή πορεία, μην εκπλαγεί αν βρεθεί στο τέλος να της προτείνουν αυτό ακριβώς» και συγκρίνει τη διαχείριση του προσφυγικού με αυτή της διαπραγμάτευσης τότε που «πήγε νομίζοντας ότι κρατά την χειροβομβίδα της εξόδου από ευρώ και βρήκε να της προτείνουν ακριβώς αυτή τη χειροβομβίδα απασφαλισμένη»

O Σωτήρης Κατσέλος θέτει το θέμα των μεταρρυθμίσεων υποστηρίζοντας πως οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι άμοιρες ιδεολογικού προσήμου. Εκκινώντας από τη διαπίστωση ότι «οι μεταρρυθμίσεις σημαίνουν αλλαγές και οι αλλαγές δημιουργούν κοινωνικές ανακατατάξεις, όχι πάντα ευπρόσδεκτες» σημειώνει ότι «ο χώρος της σοσιαλδημοκρατίας δεν είχε πραγματικά αποφασίσει αν ήθελε να πραγματοποιήσει πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που ευαγγελίζονταν». Ο συγγραφέας τονίζει πως «ο πολιτικός χώρος οφείλει πρώτα να προσδιορίσει τις μεταρρυθμίσεις που του ταιριάζουν βάσει του οράματός του για την κοινωνία, πριν ζητήσει από την κοινωνία να τις ενστερνιστεί» και εκτιμά πως έχουμε την ευκαιρία να φτάσουμε το επίπεδο των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών.

Η Χριστίνα Παπανικολάου αποτιμά το Εθνικό Σύστημα Υγείας και τις υγειονομικές μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει έως σήμερα εκτιμώντας πως «όλες οι θεσμικές, θετικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις, που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία πενταετία, και όχι μόνο κάτω από την πίεση μνημονιακών υποχρεώσεων, δεν ολοκληρώθηκαν, ούτε αξιοποιήθηκαν κατάλληλα, ώστε να τελεσφορήσουν προς όφελος της βελτίωσης του Συστήματος και της σταδιακής μετάβασής του στη νέα εποχή». Η συγγραφέας παραθέτοντας βασικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής στρατηγικής για την Υγεία, εξηγεί πως το Ελληνικό Υγειονομικό Σύστημα «είναι όσο ποτέ αναγκαίο να αξιοποιήσει όλη την εμπειρία, τις ευκαιρίες και τα κεκτημένα της Ευρωπαϊκής πολιτικής και πρακτικής»

O Νίκος Τσολακίδης αναπτύσσει το ζήτημα της τουριστικής ανάπτυξης, τονίζοντας ότι «η εποχικότητα, παραμένει έντονη, με αποτέλεσμα η ένταση του φαινομένου για συγκεκριμένους μήνες, να οδηγεί μετά σε νεκρές περιόδους, με επιπτώσεις στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «το μεγάλο στοίχημα της μετάβασης στη νέα εποχή, είναι η ανάδειξη της πολυθεματικότητας του ελληνικού τουρισμού» υποστηρίζοντας πως «οι θεματικές πλευρές του τουρισμού, που δεν περικλείονται μόνο στο brand name, sea & sun, μπορούν να καλλιεργηθούν και να προωθηθούν μέσα από τον εμπλουτισμό δράσεων, παράλληλων, που αφορούν στην περιήγηση, τον πολιτισμό, τη γαστρονομία, την εργασία και πλήθος άλλων παραμέτρων»

Ο Νίκος Ορφανός στο άρθρο του παραθέτει τα 12 συν ένα σημεία που μας δίδαξε η χρονιά που πέρασε από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, για να καταλήξει στο ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά «Γιατί ένα μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας όλα τα παραπάνω, δεν τα θεωρεί τρομακτικά, αλλά ευπρόσδεκτα και φυσιολογικά. Θερίζουμε την κατάρρευση ολόκληρου του εκπαιδευτικού μας αξιακού οικοδομήματος. Το αντίπαλον δέος του καλού, θα πρέπει να ξεκινήσει από τις αρχές που θα φωτίσουν την αξιακή δομή της κοινωνίας μας. Σε επόμενο άρθρο, μη βλέποντας κανένα να κάνει την αρχή, επιφυλάσσομαι να την κάνω εγώ» σημειώνει.

Η Άρτεμις Δεδούλη στο άρθρο της που βασίζεται στην εισήγησή της στην εκδήλωση της 13ης Ιανουαρίου για το ασφαλιστικό, εξετάζει το προσχέδιο για το ασφαλιστικό που εισηγείται η κυβέρνηση εκτιμώντας πως «δεν εξασφαλίζει ούτε τη βιωσιμότητα ούτε πολύ περισσότερο την επάρκεια» ενώ τονίζει πως «καμία αναλογιστική μελέτη δεν συνοδεύει το προσχέδιο νόμου, ούτε οικονομικοκοινωνικές μελέτες που να τεκμηριώνουν ότι οι νομοθετικές παρεμβάσεις περικοπής των συντάξεων είναι αναγκαίες και πρόσφορες». Το μεγαλύτερο μέρος του προσχεδίου, σημειώνει η συγγραφέας, «αφορά τη διοικητική-οργανωτική παρέμβαση με τη συγχώνευση όλων των ασφαλιστικών οργανισμών σε έναν Οργανισμό και εξαντλείται σε αναλυτική και περιπτωσιολογική καταγραφή»

Ο Γιάννης Ρες εξετάζει την έννοια της «αριστείας» στο εκπαιδευτικό σύστημα που ενώ «η ύπαρξη και υποστήριξη κέντρων αριστείας σε όλες τις βαθμίδες, σε όλη την Ευρώπη και το δυτικό κόσμο είναι αυτονόητη» στη χώρα μας «η αριστεία εξοβελίζεται από το εκπαιδευτικό σύστημα: Συστηματικές προσπάθειες εκπαιδευτικής αριστείας, καινοτομίας και δημιουργικότητας, ακυρώνονται στην πράξη». Η αριστεία προϋποθέτει ισότητα και αξιοκρατία, και αντιστρατεύεται την κομματοκρατία, τη μετριότητα, την ημετεροκρατία, τονίζει ο συγγραφέας, συμπληρώνοντας πως η αριστεία «ενδυναμώνει τα δυνατά σημεία των κατά τεκμήριο καλύτερων και ανατροφοδοτεί τους πιο αδύναμους (εκπαιδευτικούς, μαθητές) στην κάλυψη των τρωτών στοιχείων τους». Ό,τι δεν εξελίσσεται πεθαίνει…, σχολιάζει.  

Ο Χρήστος Μπαξεβάνης εξετάζει την ανάγκη διατύπωσης μιας ολοκληρωμένης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης που θα βασίζεται σε μια στρατηγική προοδευτικού πραγματισμού. «Φιλοδοξία του προοδευτικού πραγματισμού είναι να συνδυάσει, τους στόχους του σοσιαλισμού για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη με τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας» σημειώνει ο συγγραφέας, επισημαίνοντας ότι η σύνθεση αυτή «θα ξεπερνά το παραδοσιακό δίπολο Δεξιάς-Αριστεράς και θα υπερβαίνει τόσο την παλαιού τύπου σοσιαλδημοκρατία, όσο και τον νεοφιλελευθερισμό». Έτσι, «με σημείο αναφοράς το Σύγχρονο Κέντρο συγκροτείται ένα μεγάλο ευρωπαϊκό μέτωπο που κινείται σε μεταρρυθμιστική τροχιά και εκσυγχρονιστική κατεύθυνση από τις παρυφές της κεντροδεξιάς μέχρι τη δημοκρατική αριστερά».

Ο Αριστοτέλης Αϊβαλιώτης ανατρέχοντας στον εμφύλιο μεταξύ Ουγενότων και Καθολικών τον 16ο αιώνα, εξηγεί την κατάσταση στη ΝΔ μετά την εκλογή του Προέδρου της, παρομοιάζοντάς τον με «Ουγενότο που είναι αναγκασμένος να ασπαστεί τον Καθολικισμό, προκειμένου να κατακτήσει τη ΝΔ». «Δεν αρκεί να φυτέψεις νέα κεφαλή σε ένα κοινωνικό σώμα, για να αρχίσει αυτό να φέρεται διαφορετικά» τονίζει, σημειώνοντας ότι «η ΝΔ δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα». Παρουσιάζοντας δε την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, εκτιμά πως «θα υπάρξει πίεση για συγκυβέρνηση Συριζα – ΝΔ». Υποστηρίζει πως υπάρχει ανάγκη για νέο πολιτικό πόλο στο κέντρο που θα ενώσει τον μεταρρυθμιστικό χώρο.

Ο Χρήστος Παπαγεωργίου κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε τρεις τάσεις της Ελληνική Σοσιαλιστική Αριστερά: της «Κλασσικής Σοσιαλιστικής τάσης», της «Δημοκρατικής Σοσιαλιστικής τάσης», και της « Φιλελεύθερης Σοσιαλιστικής τάσης». Εκτιμώντας ότι «όλα τα Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του Ευρωπαϊκού Βορά όταν κυβερνούν δεν διστάζουν να συγκρουστούν με ιδεοληψίες και λαϊκισμούς των αντιπάλων, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την πατρίδα τους», καλεί τους Έλληνες σοσιαλδημοκράτες να αφήσουν τις λεκτικές υπερβολές περί νεοφιλελευθερισμού της ΝΔ και να ακολουθήσουν χωρίς φόβο αλλά με πάθος το δρόμο της «Φιλελεύθερης Σοσιαλιστικής τάσης» πριν το δίπολο μιας Φιλελεύθερης ΝΔ και ενός Ιδεοληπτικού ΣΥΡΙΖΑ τους εκτοπίσει από το προσκήνιο της πολιτικής ζωής.