Ο Δημήτρης Τέλλης αναφερόμενος στις επικείμενες διεργασίες στην Δημοκρατική Παράταξη σημειώνει: «Τώρα που, όπως όλα δείχνουν, το έργο της Επιτροπής Διαλόγου για την Κεντροαριστερά μάλλον αποδίδει καρπούς, είναι η στιγμή να αφήσουμε πίσω τη μιζέρια και τη σύγχυση και να κάνουμε ένα πραγματικά νέο ξεκίνημα με γενναιότητα και αισιοδοξία. Κι ας μην αισθάνεται κανείς πως έτσι προδίδουμε το ΠΑΣΟΚ και αυτοακυρωνόμαστε. Το παρελθόν μας δεν το ξεχνάμε. Το ΠΑΣΟΚ θα το σεβόμαστε, θα το τιμάμε και θα το υπερασπιζόμαστε πάντα. Αλλά όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί κλείνουν κάποια στιγμή τον κύκλο τους και στην καλύτερη για αυτούς περίπτωση μετεξελίσσονται.»

Ο Ανδρέας Πανταζόπουλος εξετάζει τον «λαϊκισμό» και την «λατρεία του λαού», ως «τύπο νομιμοποίησης αναδυόμενων ελίτ ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και μετάβασης, όπως είναι η σημερινή, που μπορεί εύκολα να διολισθήσει σε λαϊκισμό ως «τύπο καθεστώτος», του οποίου ο βοναπαρτισμός είναι το βασικότερο χαρακτηριστικό του», επισημαίνοντας πως «ο μανιχαϊκός και διχαστικός λόγος του λαϊκισμού αρκετές φορές στρέφεται κατά της ίδιας της δημοκρατίας». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «η επιστροφή του δημοκρατικού ζητήματος στην δημόσια συζήτηση είναι δικαιολογημένη και επείγουσα» και τονίζει πως «η κριτική του λαϊκισμού επιβάλλεται σήμερα να γίνει από όλους εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Ο Νίκος Γκιώνης μιλά για τον σκοταδισμό που «αποκαλύπτεται ως ιδεολόγημα διαχείρισης των πολιτικών πραγμάτων». «Συναφή στηρίγματα της εκούσιας παραμονής στον σκοταδισμό είναι το ψεύδος, συνήθως απροσχημάτιστο καθώς και η ερωτικού τύπου, μανία για την εξουσία ως αυτοσκοπός» σημειώνει και τονίζει πως «ο σκοταδισμός δεν κάνει διακρίσεις χρώματος επιφατικά πολιτικού, γιατί είναι αυτό, που είναι: σκοτάδι». Ο συγραφέας κάνει έκκληση: «Οι ταγοί του αστισμού πρέπει να αντιπαλέψουν τα στερεότυπα και να φτιάξουν με διαφορετικότητες αλλά και με κοινούς τόπους, μια νέα δημοκρατική, ρεαλιστική Μεγάλη Ιδέα για τον τόπο χωρίς τους αλυτρωτισμούς του παρελθόντος και τις εκτροπικές επικινδυνότητες του παρόντος»

Ο Άγγελος Τερζούδης εξηγεί γιατί «μπορεί να υπάρχει και αισιόδοξη προσέγγιση της πορείας της ΕΕ» εκκινώντας από τα διδάγματα της ιστορίας της ΕΕ «όλων σχεδόν των οποίων κοινός παρονομαστής είναι η διάψευση των κατά καιρούς σεναρίων για τη διάλυσή της». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «η ΕΕ πετυχαίνει μέχρι τώρα να ξεπερνάει τις εκάστοτε αντίξοες καταστάσεις, επειδή οι πολιτικές της βασίζονται στην παραδοχή πως η διαφορετικότητα σε μια ένωση εθνών δεν αποτελεί αξεπέραστο εμπόδιο στο να μπορούν αυτά να βρίσκουν ρεαλιστικούς τρόπους να εργάζονται μαζί» και συμπληρώνει πως «είναι μια δύσκολη διαδικασία, αλλά τελικά λειτουργεί».

Ο Γιάννης Καραχισαρίδης στο δεύτερο μέρος του άρθρου – πρόταση για το Σχέδιο Ανασυγκρότησης επισημαίνει ότι «χρειαζόμαστε ένα νέο αφήγημα για την κρίση, που να μας απεγκλωβίσει από τα στερεότυπα» τονίζοντας πως «χάνουμε τον καιρό μας σε λάθος στόχους και με λάθος συμπεράσματα.» Ο συγγραφέας παραθέτει συνοπτικά τα βασικά σημεία ενός σχεδίου ανάπτυξης και ενός σχεδίου ανασυγκρότησης και σημειώνει: «Αυτό που έχει ανάγκη η χώρα είναι να τελειώσουμε με τα μνημόνια αμέσως τώρα. Τότε μόνο θα έχουμε λύσει το πρόβλημα μας. Γιατί μόνο όταν τελειώσουν τα μνημόνια και οι δανειακές συμβάσεις θα μπορέσουμε να εκδώσουμε και πάλι ομόλογα.»

Ο Ρεντούμης Μελέτης παρουσιάζει την περίφημη καμπύλη Laffer σύμφωνα με την οποία «κάθε φόρος αντιστοιχεί σ’ έναν άριστο φορολογικό συντελεστή, όπου αν αυξήθει περαιτέρω οδηγεί σε άμεση μείωση φορολογικών εσόδων» και «αντιθέτως όσο ο συντελεστής είναι μικρότερος του άριστου, η κυβέρνηση έχει κάθε κίνητρο να τον αυξήσει, καθώς θα προσεγγίσει το άριστο επίπεδο του συντελεστή». Ο συγγραφέας σημειώνει ότι «βασικό μέλημα κάθε κυβέρνησης, έπρεπε να είναι η μεγιστοποίηση των φορολογικών εσόδων μέσα από μια ρεαλιστική βάση, μέσα από τις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας και όχι πέρα από αυτές όπως ακριβώς μας δείχνει και η θεωρία με την καμπύλη Laffer»

Ο Γιώργος Βογιατζής αναλύει το ζήτημα της «χρηματοδότησης και αποζημίωσης των υπηρεσιών υγείας». Ο συγγραφέας προτείνει «μία σειρά από καινοτομίες ώστε να μειώσουμε τις δαπάνες και ταυτόχρονα να αυξήσουμε την ποιότητα των υπηρεσιών» υπολογίζοντας ότι «εντός δύο ετών από την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που προτείνονται, θα εξοικονομηθούν από τις υπάρχουσες συνολικές δαπάνες υγείας τουλάχιστον 3 δις». Ο συγγραφέας αναλυτικά παραθέτει το νέο μοντέλο για τον ΕΟΠΥΥ ο οποίος «πρέπει να εξελιχθεί σε ένα μοντέρνο ασφαλιστικό ταμείο υγείας που ο λόγος ύπαρξης του είναι η ενεργός παρέμβαση στον τομέα της αποζημίωσης των υπηρεσιών υγείας προς όφελος των ασφαλισμένων του»

Ο Κωνσταντίνος Μαν. Σοφούλης στο άρθρο – παρέμβαση εξετάζει αναλυτικά και αποδομεί το Πόρισμα του Εθνικού Διαλόγου για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, και τονίζει: «Το Πόρισμα είναι διπλά χρήσιμο. Από την μία πλευρά, αποκαλύπτει με τον πειστικότερο τρόπο μια στρατηγική που είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για το φιλελεύθερο δημοκρατικό εκπαιδευτικό μας σύστημα και το μέλλον του. Μπορεί να διαβαστεί σαν ήχος καμπάνας για μεγάλο κίνδυνο και να θέσει τους υπερασπιστές της δημοκρατίας μας σε κατάσταση συναγερμού. Από την άλλη, όμως, κωδικοποιεί μια σειρά από ιδέες για την παιδαγωγική συγκρότηση της εκπαίδευσής μας που αποτελεί ομολογία κατάκτησης ιδεών που στο παρελθόν πολεμήθηκαν υστερικά»

Ο Γιάννης Μαντζίκος αναλύει τις επιπτώσεις που ενδέχεται να έχει το Brexit στην ασφάλεια της Ε.Ε σε θέματα τρομοκρατίας σημειώνοντας πως «η Μεγάλη Βρετανία είναι αναμφίβολα ο ηγέτης της Ένωσης σε θέματα ασφαλείας και πληροφοριών». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «η έξοδος της Μ.Β. έρχεται σε μια κακή και καλή στιγμή συνάμα για την Ευρωπαϊκή Εξωτερική Πολιτική ιδίως στον τομέα αντιμετώπισης της τρομοκρατίας». «Κακή» γιατί «η Βρετανική τεχνογνωσία απεδείχθη καθοριστική στην αντιμετώπιση τόσο των τρομοκρατών όσο και των πειρατών». «Καλή» γιατί «είναι μια ευκαιρία για την ΕΕ να διαψεύσει αυτούς που την κατηγορούν ότι είναι δύσκαμπτη σε όλα τα επίπεδα»

Ο Στέλιος Κυριαζής αποτιμά την επίδραση του Brexit στα χρηματοοικονομικά μεγέθη, σημειώνοντας πως είναι τέτοια ώστε να «δικαιολογείται και η σπουδή κάποιων ευρωπαίων ηγετών να ζητήσουν την επιτάχυνση των διαδικασιών αποχώρησης». «H ρηγμάτωση του ενοποιητικού ιστού των οικονομιών της δύσης έρχεται να προστεθεί στο ήδη αβέβαιο μακροοικονομικό περιβάλλον. Στο βαθμό που θα δίνονται κάποιες απαντήσεις στο βραχύ μέλλον για τη μελλοντική σχέση Βρετανίας και Ε.Ε., αλλά και το μείγμα της ευρωπαϊκής πολιτικής -αν αυτή θα είναι στην κατεύθυνση του εμπλουτισμού της ενοποίησης και της παραπέρα απελευθέρωσης ή της ισχυροποίησης των εθνικών κρατών, θα διαγράφονται και οι επιδράσεις στα χρηματοοικονομικά μεγέθη.»

Ο Νίκος Γκιώνης εξετάζει τον «αλυτρωτισμός του ελληνικού αστισμού» όπου «η ίδια η γέννησή του, προσέκρουε σε μια καθηλωτική ακινησία του περιγύρου του». Ο συγγραφέας σημειώνει πως ο «αστισμός αντί να πορευθεί στις ράγες μιας επιχειρηματικότητας εγκλωβίστηκε και ανέχθηκε τον διαρκώς διογκούμενο πελατειακό κρατισμό, παρασιτικού τύπου». Ερχόμενος στο σήμερα ο συγγραφέας εκτιμά πως «η προοδευτική ανασύνταξη του ως εμπροσθοβαρούς μετασχηματισμού της ελληνικής πολιτείας, πολιτικά μπορεί να εκφραστεί με το Κέντρο, ως φορέα συγκρητισμού του τρέχοντος ρεαλισμού, του πολιτικού και οικονομικού φιλελευθερισμού και των ανεξίτηλων Σοσιαλδημοκρατικών προταγμάτων για το προνοιακό κράτος και τις δομές του»

Ο Χρήστος Μπαξεβάνης προτείνει ένα «Σχέδιο Δράσης για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης και του μεταναστευτικού προβλήματος σε Ελλάδα και Ε.Ε.» σημειώνοντας ότι «η κρίση με το ευρώ και η ραγδαία αύξηση των ροών έχουν ενισχύσει φυγόκεντρες δυνάμεις στο εσωτερικό της Ένωσης». Ο συγγραφέας προτείνει «μια σειρά μέτρων για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών πάνω στη βάση των δύο αλληλένδετων αρχών της ευθύνης και της αλληλεγγύης» καθώς και ένα «Σχέδιο Εθνικής Στρατηγικής για το Προσφυγικό». Αναφερόμενος στις τελευταίες εξελίξεις με το Brexit, τονίζει πως «μπαίνουμε σε αχαρτογράφητα νερά, ας ελπίσουμε όχι και χωρίς πυξίδα»

Ο Παναγιώτης Δουδωνής εκκινώντας από την «αγγλική συνταγματική ιδιαιτερότητα» σημειώνει πως «αν η κυριαρχία του κοινοβουλίου είναι ο θεμέλιος λίθος του αγγλικού συντάγματος, η διενέργεια ενός δημοψηφίσματος και η ψήφος υπέρ του leave φαίνονται οξύμωρες» και εξηγεί πως αφενός «το δημοψήφισμα κινείται στο πλαίσιο μιας διαφορετικής συνταγματικής λογικής από αυτή στην οποία θεμελιώνεται η κυριαρχία του κοινοβουλίου» και αφετέρου «το δημοψήφισμα, ως ένα στοιχείο άμεσης δημοκρατίας, είναι ασύμβατο με την παραδοσιακή αντίληψη της αγγλικής συνταγματικής τάξης». Ο συγγραφέας εκτιμά πως «αν το κοινοβούλιο αποφασίσει να αγνοήσει την απόφαση του δημοψηφίσματος τότε προβαίνει σε μια απόλυτη έκφραση της “parliamentary sovereignty”»

Ο Γιάννης Καραχισαρίδης εξετάζει τους λόγους που δεν έχει ακόμα η χώρα ένα σχέδιο ανασυγκρότησης. Ο συγγραφέας εκτιμά πως επικρατεί «πλήρη ασυνεννοησία γύρω από το νόημα τριών βασικών λέξεων: Μεταρρύθμιση, Ανάπτυξη, Σχέδιο», σημειώνοντας πως αφενός «θεωρούμε λανθασμένα ότι για να έχουμε μεταρρυθμίσεις αρκεί να νομοθετήσουμε», αφετέρου «περιμένουμε από κάθε κυβέρνηση να προωθήσει τον δικό της αναπτυξιακό νόμο», και κατά τρίτον «έχουμε την ψευδαίσθηση ότι κρατάμε στα χέρια μας ένα σχέδιο ανασυγκρότησης, ενώ στην πραγματικότητα κρατάμε έναν απλό κατάλογο». Ο συγγραφέας τονίζει πως «για να καταρτίσουμε ένα σχέδιο, πρέπει πρώτα να αποφασίσουμε τι θέλουμε να πετύχουμε με την εφαρμογή του»