Ο Παναγιώτης Δουδωνής με αφορμή την πρωτοβουλία του υπουργού Δικαιοσύνης να αρνηθεί τη συμμετοχή της Ελλάδας στις εκδηλώσεις για την Ευρωπαϊκή Ημέρα μνήμης των θυμάτων του κομμουνισμού και του ναζισμού, στην Εσθονία, γράφει: «Η κυβέρνηση εκφράζει απόψεις που στο δυτικό κόσμο δεν ασπάζεται σχεδόν κανείς αξιόπιστος συνομιλητής. Θεωρώντας πως υπερασπιζόμενη την κομμουνιστική ιδεολογία ακόμα και στην πιο σκοτεινή έκφρασή της επανεφευρίσκει την αριστερή «παρθενία της», αντί να τοποθετείται στο κέντρο της αριστεράς, απομονώνεται πολιτικά περαιτέρω, απομονώνοντας όμως και τη χώρα. Αρνούμενη την ιστορική πραγματικότητα και επιχειρώντας να παραμερίσει με ορμή τα μελανά σημεία μιας ιδεολογίας, καθιστά την ιστορία ή την άρνησή της πυρήνα της ιδεολογίας της.»

Ο Κελεμάνης Παναγιώτης γράφει για το όραμα της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης: «Ο κάθε πολίτης χώρας κράτους μέλους της Ενώσεως θα πρέπει να αντιληφθεί ότι με βάση την νεότερη Ευρωπαϊκή ιστορία πολύ περισσότερα μας ενώνουν παρά μας χωρίζουν. Εφόσον τα όργανα της ΕΕ καθυστερήσουν και δεν δράσουν επιτακτικώς για την ίδρυση Ομοσπονδιακής κυβέρνησης, οι ιδρυτές και οραματιστές της ένωσης της Ένωσης όπως και το σύνολο των αξιωματούχων αυτής θα έχουν αποτύχει στο μεγάλο εγχείρημα της ένωσης κάτω από μια ενιαία Ευρωπαϊκή οικογένεια με κοινές αξίες, ιδανικά και αρχές. Σε περίπτωση που το «άσχημο» σενάριο της αποτυχίας επιβεβαιωθεί τότε η διάλυση της ΕΕ είναι πιο κοντά από ποτέ.»

Ο Νίκος Μπουνάκης μιλάει για την σημασία και τα προβλήματα της αγροτικής ανάπτυξης εξηγώντας πως «εκτός από την συνεχή μείωση της παραγωγής, η Ελληνική Αγροτική οικονομία αντιμετωπίζει προβλήματα παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας, αλλά και αδυναμία δημιουργίας υπεραξίας της Ελληνικής Αγροτικής παραγωγής». Ο Ν. Μπουνάκης σημειώνει πως « η Ελληνική αγροτική οικονομία κινείται με τον αυτόματο πιλότο της ΚΑΠ, τις επιδοτήσεις και τις παραδοσιακές καλλιέργειες» τονίζοντας πως «δεν υπήρξε και δεν υπάρχει κάποιο σχέδιο για την αγροτική ανάπτυξη». Ο συγγραφέας παραθέτει 4 προτάσεις για την Αγροτική ανάπτυξη και σημειώνει πως «ο κίνδυνος τον οποίο πρέπει να αποφύγουμε είναι η περαιτέρω συρρίκνωση της αγροτικής μας οικονομίας»

Ο Κωνσταντίνος Μουρτοπάλλας αναφέρεται στο μεταπολιτευτικό συνταγματικό κεκτημένο: «Το Σύνταγμα του 1975, αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της συνταγματικής μας ιστορίας, αποτελώντας τη πανηγυρική επιστροφή της χώρας, στη συνταγματική ομαλότητα και τη δημοκρατική νομιμότητα. Θεωρώ, ότι αποτελεί τον πέμπτο μεγάλο σταθμό της πολιτειακής μας εξέλιξης , και της «συνταγματικής επανατοποθέτησης» στο πνεύμα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού που επικράτησε μετά το Μεσοπόλεμο.» τονίζει και σημειώνει πως σήμερα ότι «η κρίση νομιμοποίησης των θεσμών δεν παράγεται από το ίδιο το Σύνταγμα, αλλά προέρχεται από την κατάλυση και την περιφρόνηση των θεσμών που προβλέπονται στο Σύνταγμα»

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Πέτρος Καβάσαλης με το άρθρο τους περιγράφουν το «Πανεπιστήμιο μετά». Εκτιμώντας πως ο νόμος Γαβρόγλου «θα καταπέσει υπό το βάρος των αδιεξόδων που δημιουργεί η επιδιωκόμενη επιστροφή στη δεκαετία του ´80» τονίζουν πως «το σημαντικό θέμα δεν είναι η νομοθετική παρένθεση Γαβρόγλου, αλλά το ελληνικό Πανεπιστήμιο μετά». Το κεντρικό βήμα που προτείνουν είναι η εισαγωγή της «αρχής της ευελιξίας». Εξηγούν πως «βασική προϋπόθεση της ευελιξίας είναι η οργανωτική πολυτυπία των δημοσίων πανεπιστημίων και η συνύπαρξη πλέον δημόσιων και ιδιωτικών ( μη κρατικών) Πανεπιστημίων». «Το «Πανεπιστήμιο μετά» είναι μια θεσμική οντότητα υψηλού ακαδημαϊκού κύρους, ανεξάρτητη, διεθνώς ανταγωνιστική, μακριά από παρωχημένες κομματικές, συντεχνιακές και συνδικαλιστικές αντιλήψεις.

Ο Μελέτης Ρεντούμης με αφορμή την 24η Ιουλίου και την επέτειο αποκατάστασης της Δημοκρατίας, σημειώνει πως «43 χρονιά μετά, το βιοτικό επίπεδο του Έλληνα έχει ανέβει σημαντικά, παρά τα δύσκολα χρόνια της κρίσης και των Μνημονίων που ακολούθησαν» εξηγώντας πως «είχαμε εναλλαγές εκλεγμένων κυβερνήσεων, η χώρα έγινε μέλος της ΕΕ αλλά και της Ευρωζώνης και ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό τις δημόσιες υποδομές της όσο και τις επενδύσεις από το εξωτερικό με την συνδρομή των κονδυλίων της ΕΕ», τονίζει όμως «η πλήρης ανεξαρτησία και η διάκριση των εξουσιών, νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής, έχει ακόμα δρόμο να διανύσει μέχρι να επιτευχθεί»

Ο Κώστας Σοφούλης γράφει με θέμα το νομοσχέδιο για την Ανώτατη Παιδεία. Εκτιμά ότι η κεντρική στόχευση του ανάγεται σε σκοπιμότητες που παραπέμπουν στις δεκαετίες του περασμένου αιώνα, και αναφερόμενος στις νομοθετικές πρωτοβουλίες του 2007 και του 2011, τονίζει πως συμπύκνωναν τη διάθεση της περιόδου για εκσυγχρονισμό του Πανεπιστημίου. Ο Κ. Σοφούλης τονίζει: «Το νομοσχέδιο Γαβρόγλου πηγαίνει κόντρα στο σύνολο των παραγόντων που οδηγούν στην αποτελεσματικότητα. Μοιάζει σαν να προσδιορίζει εκ νέου το τι περιμένουμε από το πανεπιστήμιο όταν αυτό πλέον δεν θα είναι η ακαδημαϊκή αριστεία, αλλά κάποιος σκοτεινός στόχος που έχει σχέση μια ιδεοληψία δημοκρατισμού»

Ο Γιώργος Θεοδωρίδης σκιαγραφεί το Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα Μετά, συνοψίζοντας τους βασικούς άξονες στο τρίπτυχο: «Εξορθολογισμός - Διεπιστημονικότητα – Εξωστρέφεια». Ο Γ. Θεοδωρίδης τονίζει: «Η Ελλάδα Μετά ευελπιστούμε όλοι να είναι μια χώρα που διακόσια χρόνια μετά την έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας θα είναι μια χώρα εκτός κρίσης, εκτός ασφυκτικής επιτροπείας και εντός κάθε προηγμένου ευρωπαϊκού αναπτυξιακού πλαισίου. Η παιδεία προφανώς θα είναι πάντα η αιχμή του δόρατος μιας τέτοιας αναπτυξιακής φιλοδοξίας. Φτάνει όσοι σχετικοί και αρμόδιοι κληθούν να δώσουν τότε τις κρίσιμες απαντήσεις, να έχουν καταλάβει ήδη προ πολλού τις μεγάλες ερωτήσεις.»

Ο Γιάννης Κουράκης αναζητά τις προοδευτικές απαντήσεις στο λαϊκισμό και σημειώνει πως «για την αντιμετώπιση του λαϊκισμού και την ενδυνάμωση της Δημοκρατίας πρωταρχικό ρόλο έχει η καταξίωση της πολιτικής λειτουργίας και η αξιοπιστία των θεσμών. Τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν θεσμικούς ρόλους επιβάλλεται όχι μόνο να σέβονται τις υποχρεώσεις και τα όρια των δικαιωμάτων τους, αλλά να εμπλουτίζουν με τη δράση τους το συμβολικό περιεχόμενο του ρόλου τους». Ο Γ. Κουράκης στο ερώτημα αν είναι «ανυπέρβλητες οι δυσχέρειες για μια ουσιαστική ανάκαμψη του Σοσιαλδημοκρατικού χώρου» απαντά αρνητικά και τονίζει πως αυτό «προϋποθέτει όμως τη δημιουργία μιας άλλης, νέας σχέσης ανάμεσα στον πολίτη και τον πολιτικό.»

Ο Μελέτης Ρεντούμης σχολιάζει το ζήτημα της ανακύκλωσης καθώς «μόνο το 16% στη χώρα μας ανακυκλώνεται και ανακτάται, όταν στις περισσότερες χώρες της ΕΕ το ποσοστό αυτό φθάνει ακόμα το 70% δημιουργώντας συνθήκες ανάπτυξης και απασχόλησης». Ο συγγραφέας σημειώνει πως «πρέπει να ξεπεραστεί στην Ελλάδα είναι ο απέραντος λαϊκισμός που καλλιεργεί το πολιτικό σύστημα και συντηρούν οι πολίτες με τον τρόπο τους», και εξηγεί πως στην Ελλάδα οι πολίτες αντιδρούν σε κάθε σύστημα διαχείρισης αποβλήτων «γιατί πιστεύουν ότι οι περιουσίες τους θα υποβαθμιστούν και ότι δεν πρόκειται να τηρηθούν αυστηροί κανόνες ασφαλείας, κάτι που δεν ισχύει καθώς το ευρωπαϊκό πλαίσιο».