Τρίτη, 05 Ιαν 2016

Οι ωρολογιακές βόμβες της διεθνούς πολιτικής

αρθρο του:

Ο Nτόναλντ Τραμπ και ο Τζέρεμι Κόρμπιν είναι εντελώς αντίθετες προσωπικότητες, έχουν διαφορετικά πιστεύω και διαφορετική κοσμοθεωρία, έχουν, παρά ταύτα, κάτι κοινό: ανατάραξαν και οι δύο τις κομματικές νόρμες. Ο εκκεντρικός ακροδεξιός επιχειρηματίας και ο ακροαριστερός –πριν μερικά χρόνια, γραφική φιγούρα– εντός των Εργατικών ο οποίος είχε ψηφίσει πάνω από 500 φορές κόντρα στην επίσημη κομματική γραμμή, μοιράζονται κάτι κοινό και με τη δική μας πολιτική  σκηνή: το λαϊκισμό και τη συναφή πολιτική ρητορεία. Και ο λαϊκισμός του Κόρμπιν και εκείνος του Τραμπ χρησιμοποιήθηκαν για να πείσουν το κομματικό ακροατήριο ότι είναι κάτι το διαφορετικό σε σχέση με τους ανθυποψηφίους τους. Ο Κόρμπιν έπαιξε με τον αντι-μπλερισμό μερίδας του Εργατικού Κόμματος, ενώ ο Τραμπ παρουσιάζει τους κύριους αντιπάλους του, Μάρκο Ρούμπιο, και Τέντ Κρουζ, ως «παιδιά του συστήματος».

Το πλέον ανησυχητικό, όμως, εις ό,τι αφορά το παράξενο αυτό ζευγάρι, είναι οι απόψεις τους στην εξωτερική πολιτική, οι απόψεις τους για το πώς κινείται ο κόσμος. Το κοινό σημείο του Κόρμπιν, του Τραμπ (αλλά και του δικού μας πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα) συνοψίζεται στο εξής: «θα κάνουμε τον πλανήτη να κινείται σύμφωνα με τις απόψεις που θέλει να ακούσει ο αγριεμένος πολίτης». Στην περίπτωση του Κόρμπιν φταίνε οι κακοί καπιταλιστές και ο αμερικανικός μιλιταρισμός, στην περίπτωση του Τραμπ φταίνε οι «κιτρινιάρηδες» και οι αλ- Κουντς (Ιρανική Στρατιωτική ομάδα που ο Τράμπ μπέρδευε συνεχώς), οι μετανάστες και όποιος δεν είναι με την Αμερική (και ως γνωστόν, στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, οι κακοί Γερμανοί και το επονείδιστο χρέος). 

Ο Nτόναλντ Τραμπ και ο Τζέρεμι Κόρμπιν μοιράζονται κάτι κοινό και με τη δική μας πολιτική σκηνή: το λαϊκισμό και τη συναφή πολιτική ρητορεία.

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, όμως, είναι που, σχεδόν πάντα, η φαντασία σκοντάφτει στην πραγματικότητα. Στη δική μας περίπτωση είναι γνωστά τα αποτελέσματα στις σχέσεις μας με τους έξω. Ένα θέμα για την αμερικανο-βρετανική σχέση είναι το ζήτημα της Μέσης Ανατολής όπου παραδοσιακά Βρετανοί και Αμερικανοί έχουν κοινές απόψεις. Μια προεδρία Τραμπ και μια πρωθυπουργία Κόρμπιν θα έφερναν, ενδεχομένως, το τέλος αυτής της σχέσης. Στον πόλεμο του Ιράκ, ο Τόνι Μπλερ είχε την υποστήριξη των Τόρις, ενώ στις ΗΠΑ ο Τζορτζ Μπους είχε τη στήριξη μερίδας των Δημοκρατικών – και στις δύο χώρες ενώθηκαν δυνάμεις που ανήκαν σε αντίθετα ιδεολογικά στρατόπεδα.

Ο Κόρμπιν ήταν εναντίον της εισβολής στο Ιράκ ─ ήταν, μάλιστα, επικεφαλής της καμπάνιας «Σταματήστε τον Πόλεμο». Οι αντιμιλιταριστικές του αρχές και η θέση του ότι δεν θα συνεργαστεί με καθεστώτα που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αφ’ ενός, μπορεί να έρθουν σε σύγκρουση με τα παγιωμένα βρετανικά συμφέροντα, αφ’ ετέρου, μπορεί να γίνουν αφορμή να κινδυνεύσουν εργαζόμενοι στην αμυντική βιομηχανία της χώρας για την οποία υποστηρίζει ότι είναι περιττή. Ασφαλώς, αντιτίθεται στην εμπλοκή στον πόλεμο της Συρίας, δεν δέχθηκε να δει τον αιγύπτιο πρόεδρο Σίσι  (διότι θεωρεί ότι ο εκλεγμένος πρόεδρος Μόρσι έπεσε πραξικοπηματικά), ενώ ανησυχία φέρνουν και οι απόψεις του για την Χεζμπολάχ ή τη Χαμάς ─ η εφημερίδα Telegraph μάλιστα αποκάλυψε ότι ο Κόρμπιν είχε μαζί τους οικονομικές δοσοληψίες, μέσω της εταιρείας Ίντερπαλ, οι δραστηριότητες της οποίας είχαν απαγορευτεί στις ΗΠΑ, διότι θεωρήθηκε ότι χρηματοδοτούσε τη Χαμάς. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, ο Κόρμπιν ταξίδεψε στη Γάζα με έξοδα της Ίντερπαλ, ένας εκ των διευθυντών της οποίας, ο Εσσάμ Μουσταφά, φέρεται να έχει σχέσεις με τρομοκρατικές οργανώσεις. Ο Κόρμπιν τρέφει, επίσης, ιδιαίτερη συμπάθεια για το Ιράν, στο οποίο αναφέρεται ως φιλική χώρα, ενώ πρόσφατα γιόρτασε με εντελώς δικό του τρόπο τα 35 χρόνια της επανάστασης των Αγιατολάχ. Τέλος, μεταξύ του 2004 και του 2008, ο Κόρμπιν είχε κάποιες αδιευκρίνιστες σχέσεις με τον Μουκτάντα αλ Σαντρ, ηγέτη ιρακινών τζιχαντιστών μαχητών. Πρόσφατα, ακόμα και η Guardian, σε κείμενό της, κάλεσε τον Κόρμπιν να διαλέξει πλευρά στη μάχη εναντίον των τζιχαντιστών. Εξάλλου, πρόσφατη συνέντευξή του στο BBC γέννησε ακόμα περισσότερα ερωτήματα σχετικά με τη στάση του στο θέμα των πυρηνικών όπλων και το Ιράν, καθώς δεν πήρε ξεκάθαρη θέση και διερωτήθηκε ανοιχτά «κατά πόσον έχουν κάνει καλό τα πυρηνικά όπλα εναντίον των τρομοκρατών», γεγονός που προκάλεσε αρκετό σκεπτικισμό στους κόλπους των Εργατικών.

Ο λαϊκισμός μπορεί να βοηθά σε εκλογικές νίκες και χειραγώγηση των μαζών, η σύγκρουση όμως με την πραγματικότητα είναι σφοδρή.

Ενώ φαίνεται ότι ο Κόρμπιν γνωρίζει πολύ καλά τον κόσμο, ο Τραμπ είναι το άκρως αντίθετο. Στο θέμα της Ρωσίας και του προέδρου Πούτιν, π.χ., δήλωσε απλά ότι «θα τα βρούμε». Δεν είναι τυχαίο ότι ψηφοφόροι του Πούτιν θέλουν τον Τράμπ για Πρόεδρο των ΗΠΑ. Ο Τραμπ παραδέχθηκε εν μέρει, στο ντιμπέιτ του τηλεοπτικού CNN, ότι δεν γνωρίζει πολλά για την εξωτερική πολιτική, αλλά «υποσχέθηκε να μαζέψει τους καλύτερους». Δεν ξεχώριζε με ευκρίνεια τους Κούρδους από την ιρανική αλ-Κουντς, θέλει να βομβαρδίσει τα πετρέλαια του Ιράκ, τα οποία ελέγχει το Ισλαμικό Κράτος, αλλά, δυστυχώς, τα περισσότερα εξ αυτών βρίσκονται στη Συρία, έχει την εντύπωση ότι μέρος της συμφωνίας του Ιράν είναι η υπεράσπιση του Ισραήλ. Ο Τραμπ παίζει με έναν φόβο του μέσου Αμερικανού υποστηρικτή του ρεπουμπλικανικού κόμματος, αυτόν της Ισλαμικής Τρομοκρατίας. Η πρόσφατη επίθεση στο Σαν Μπελερίνο και η κατοχή από μια μιλιταριστική ομάδα ομοσπονδιακού κτιρίου στο Όρεγκον ενέτεινε αυτούς τους φόβους και είναι σίγουρο ότι ο Τράμπ θα τα χρησιμοποιήσει ως όπλο του στα ερχόμενα ντιμπείτ. Η αλήθεια όμως είναι αρκετά διαφορετική, από την 11η Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερα, λιγότεροι από 100 αμερικανοί πολίτες έχουν σκοτωθεί σε αμερικανικό έδαφος από γεγονότα που συνδέονται με Ισλαμικό εξτρεμισμό, και πολλαπλάσιοι από επιθέσεις που αφορούν ψυχικά διαταραγμένους που κατέχουν όπλα.

Στην ιστορία των αμερικανικών προεδρικών εκλογών  για το χρίσμα των Ρεπουμπλικάνων υπήρξαν αρκετοί γραφικοί υποψήφιοι, όπως το 2012 ο Χέρμαν Κέιν που παρομοίαζε την εξωτερική πολιτική με τα κουκλάκια Πόκεμον, ή, το 2008, ο Μάικ Χάκαμπι με το διαφημιστικό σποτ για την εξωτερική του πολιτική στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο Τσακ Νόρρις. Κανείς όμως δεν ήταν τόσο επικίνδυνα άσχετος όπως ο Τραμπ. Το πρόβλημα για τους Ρεπουμπλικανούς ─αλλά και εν γένει για το μέσο Αμερικανό ψηφοφόρο─ είναι ο κίνδυνος να επικρατήσει η «τραμποποίηση», για να χρησιμοποιήσουμε έναν νεολογισμό, της εξωτερικής πολιτικής. Να διογκωθεί και να εγερθεί ένας αόριστος κίνδυνος ότι οι Μουσουλμάνοι είναι απειλή για την εθνική ασφάλεια της Αμερικής.

Όπως αναφέραμε παραπάνω, ο λαϊκισμός μπορεί να βοηθά στο εσωτερικό ακροατήριο, μπορεί να βοηθά σε εκλογικές νίκες και χειραγώγηση των μαζών, κάποια στιγμή, όμως, ιδιαίτερα σε περίπτωση που ο υποψήφιος εκλεγεί και έρθει σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο, η σύγκρουση με την πραγματικότητα είναι σφοδρή. Ας ελπίσουμε ότι στην περίπτωση του Τραμπ θα ξεφουσκώσει η υποψηφιότητα του και στην περίπτωση του Κόρμπιν ότι θα συγκρατηθεί από την Μπλερική πλευρά του κόμματος, ειδάλλως ο κόσμος κινδυνεύει πραγματικά ─ και όχι όπως στην περίπτωση της Ελλάδος, που απειλούσε γενικώς και αορίστως ότι θα στείλει τζιχαντιστές στο Βερολίνο ή ότι θα συνδέσει το προσφυγικό με το χρέος, απειλές και οι δύο που ανήκαν στη σφαίρα του φαντασιακού αφηγήματος.


 * Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι: Egbert van der Poel (1621 – 1664), The Explosion of the Delft Magazine

Μαντζίκος, Γιάννης

Ο Γιάννης Μαντζίκος είναι διεθνολόγος, με ειδίκευση στις αφρικανικές υποθέσεις και τις ισλαμιστικές εξτρεμιστικές ομάδες.
Είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο University of Free State, στη Νότια Αφρική. Έχει μεταπτυχιακό στην Αφρικανική Πολιτική από το University of London, School of Oriental and African Studies – SOAS και είναι απόφοιτος των Πολιτικών Επιστημών και Δημόσια Διοίκηση του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.