Κυριακή, 22 Ιαν 2017

Ομιλία Π. Τατσόπουλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών "Fake news & Post truth πολιτική"

αρθρο του:

Το κείμενο αποτελεί την ομιλία του Πέτρου Τατσόπουλου στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών, «Διαδίκτυο και Δημοκρατία. Fake news & Post truth πολιτική» στις 17/1,
με συνομιλητές τον τον Γιάννη Κουτσομύτη, τον Δημήτρη Κουκιάδη και τον Κωνσταντίνο Κορίκη. Την εκδήλωση συντόνισε η Μαρία Τσάκου.


Ετοιμάζοντας αυτά που έχω να σας πω απόψε, συμπτωματικά έπεσε το μάτι μου στο άρθρο του Ηλία Μαγκλίνη σήμερα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, όπου ανάμεσα στα άλλα έχει και ένα πάρα πολύ όμορφο ανέκδοτο για το πώς μπορούμε να βιώνουμε σήμερα πια το post truth τοξικό πολιτικό περιβάλλον. Συζητούν δύο στο δρόμο, ένας συνομωσιολάγνος με έναν ορθολογιστή. Και λέει ο συνομωσιολάγνος: «Για όλα τα πράγματα στον κόσμο φταίνε οι Εβραίοι και τα ποδήλατα». Και του λέει ο ορθολογιστής: «Τα ποδήλατα, γιατί;». Ακριβώς αυτού του είδους η τοξικότητα έχει δημιουργηθεί λοιπόν από τη συστηματική χρήση των fake news αλλά όπως είπε και η Μαρία Τσάκου στην εισαγωγή της, τα fake news είναι μια αρχαία αμαρτία, είναι πολύ παλιά ιστορία, πολύ πριν από το διαδίκτυο.

Τα fake news είναι μια αρχαία αμαρτία, είναι πολύ παλιά ιστορία, πολύ πριν από το διαδίκτυο.

Υπάρχει ένα εμβληματικό ανέκδοτο για τα fake news που μπορεί να είναι fake και το ίδιο, η ίδια ιστορία που περιγράφει το ανέκδοτο, αλλά, επιτρέψτε μου να σας το περιγράψω με όλη την ωμότητα και την αθυροστομία, γιατί η ωμότητα και η αθυροστομία είναι στοιχεία της ιστορίας στη συγκεκριμένη περίπτωση: Είμαστε λοιπόν στο 1964. Προεκλογική περίοδος. Αντίπαλοι είναι ο Λίντον Τζόνσον και ο Μπάρι Γκολντγουότερ. Ο Τζον Κένεντι είχε δολοφονηθεί ένα χρόνο νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 1963, και ο Λίντον Τζόνσον γίνεται αναπάντεχα για όλους και για τον εαυτόν του βεβαίως, Πρόεδρος, και είναι και υποψήφιος Πρόεδρος απέναντι στον Ρεπουμπλικανό Μπάρι Γκολντγουότερ ο οποίος θεωρείται πολιτικός ηπίων τόνων, χαμηλού προφίλ. Ένας Μάικλ Δουκάκης, θα λέγαμε, κάμποσα χρόνια μετά, απέναντι στον Μπους τον Πρεσβύτερο. Σε μία σύσκεψη του Λίντον με το προεδρικό επιτελείο προσπαθούν να σκεφτούν – μιλάμε για το 1964, δεκαετίες πριν από την διαδικτυακή εποχή – με ποια διαβολή, με ποιο ψέμα θα μπορέσουν να πετύχουν το απόλυτο character assassination. Πώς με μια και μόνο κίνηση θα βγάλουν τον Μπάρι Γκολντγουότερ εκτός μάχης. Ρίχνουν διάφορες ιδέες. Να πούμε ότι κάνει αυτό, ότι κάνει εκείνο κτλ. Έρχεται, λοιπόν, η σειρά του Προέδρου. Τεξανός ο Πρόεδρος, αθυρόστομος (πήρε μια γεύση της αθυροστομίας του και ο Γεώργιος Παπανδρέου στις συνομιλίες τους για το Κυπριακό την ίδια χρονιά, αν θυμάμαι καλά, το καλοκαίρι του 1964) και γυρνάει και τους λέει, αφού τους κοιτάζει για πολύ ώρα, «εγώ λέω να πούμε ότι γαμάει αγελάδες». Πέφτει παγωμάρα σε όλο το επιτελείο, κανείς δεν μιλάει για πολύ ώρα, και μετά, βρίσκει το θάρρος ένας σύμβουλός του και του λέει «κύριε Πρόεδρε, με όλο τον σεβασμό, δεν υπάρχει ούτε ένας Αμερικανός πολίτης που θα πιστέψει ποτέ ότι ο αξιότιμος Μπάρι Γκολντγουότερ γαμάει αγελάδες». - «Ναι, ναι, το ξέρω», λέει ο Τζόνσον, «αλλά θέλω να τον δω να το διαψεύδει δημόσια!».

Εκεί, λοιπόν, είναι το κλειδί. Ότι το fake news πρέπει να είναι τόσο σοκαριστικό, τόσο εξωφρενικό, ώστε, να σε σοκάρει και η διάψευσή του. Και, κυρίως, να αφήνει το αποτύπωμά του πολύ μετά τη διάψευση. Εσύ, δηλαδή, τον αξιότιμο Μπάρι Γκολντγουότερ (είτε μιλάει για την δημόσια υγεία είτε μιλάει για τους εξοπλισμούς ή για ο,τιδήποτε) πρέπει να τον σκέπτεσαι μονάχα ως γελοιογραφία, ως καρικατούρα, ότι πλησιάζει μια αγελάδα με κατεβασμένα τα βρακιά. Να έχει πεθάνει, να τον έχεις σκοτώσει, να τον έχεις πυροβολήσει στο κεφάλι, να τον έχεις εξαφανίσει από την πολιτική σκηνή.

Τα fake news πρέπει να είναι τόσο εξωφρενικά, ώστε, να σε σοκάρει και η διάψευσή τους.

Και αυτό αντίκειται σε εκείνο που είπε προηγουμένως πάλι η Μαρία, στο truthiness, δηλαδή στην αληθοφάνεια, στο ότι δηλαδή το ψέμα πρέπει να είναι μετριοπαθές, ότι πρέπει να είναι κοντά στην αλήθεια, να είναι αυτό το Bush-ψέμα, μισή αλήθεια μισό ψέμα. Αυτή ήταν και η βασική αρχή του μεγάλου, του προπάτορα, αν θέλετε, των fake news, του Γιόζεφ Γκαίμπελς. Ο Γκαίμπελς αυτό πίστευε με όλη του την καρδιά. Ότι το ψέμα δεν πρέπει να έχει κανενός είδους αληθοφάνεια. Πρέπει να είναι υπερβολικό, πρέπει να είναι εξωφρενικό. Πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο τεράστιο γίνεται. Δηλαδή να απευθύνεται σε ένα δίπολο καχυποψίας και ευπιστίας. Να καλύπτει και την καχυποψία και την ευπιστία. Να σκέπτεσαι ότι, ρε παιδί μου, αδύνατον να μην συνέβη και να λένε κάτι τέτοιο. Είναι τόσο τρομερό, που αποκλείεται να μην συνέβη. Αυτό, όσον αφορά στην καχυποψία. Γιατί είμαι βέβαιος ότι όποιος έχει μια στοιχειώδη σχέση με τον ορθό λόγο, φαντάζεται ότι ο καχύποπτος χαρακτήρας είναι και η μαγιά, αν θέλετε, η ζύμη του σκεπτικιστή, του σκεπτικισμού. Ο καχύποπτος θα πρέπει να πει όχι, ρε παιδί μου, δεν μπορεί τώρα ο Μπάρι Γκολντγουότερ να γαμάει αγελάδες... Φανταστείτε την καχυποψία και την ευπιστία ως συγκοινωνούντα δοχεία. Η καχυποψία, αντί να σε οδηγεί στον σκεπτικισμό, ελλείψει παιδείας σε οδηγεί στην ευπιστία. Όσο πιο καχύποπτος είσαι τόσο πιο εύκολα αποδέχεσαι (κατά τον Γκαίμπελς και κατά πολλούς μετά από αυτόν) την πιο εξωφρενική απάντηση.

Άρα, τα fake news είναι ο ένας πόλος, αν θέλετε, το ένα μέρος της εξίσωσης. Το άλλο μέρος είναι το πρόσφορο έδαφος. Το κατά πόσο υπάρχει ευεπίφορο κοινό, πόσο υπάρχουν ευήκοα ώτα για να πιστέψουν στα fake news. Πόσο υπάρχει ένα ακροατήριο, ένα εθνικό ακροατήριο, το οποίο να είναι ταυτοχρόνως και καχύποπτο και εύπιστο. Και εδώ φθάνουμε στο δικό μας, στο εθνικό μας ακροατήριο. Ο κ. Κορίκης μας έδωσε προηγουμένως μια ιδέα γύρω από το τι πιστεύει ο μέσος συμπολίτης μας.

Όταν ήμουν Αντιπρόεδρος στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, μια από τις πιο σοκαριστικές στατιστικές εκθέσεις που είχα διαβάσει ήταν ότι ο ένας στους δύο Έλληνες ενηλίκους αφού τελειώσουν και κάψουν σε αυτή την ωραία ιεροτελεστία τα σχολικά βιβλία, ο ένας στους δύο Έλληνες, λοιπόν, δεν διαβάζει πλέον κανένα βιβλίο στη ζωή του. Αυτό, για μένα, ήταν ένα σοκαριστικό ποσοστό. Όχι μόνο γιατί είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη και, από ό,τι ξέρω, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά σε όλο τον κόσμο, αλλά κι επειδή ο ίδιος λαός, αυτός που δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο, θεωρεί τον εαυτό του γνώστη των πάντων, πάσχει από ένα είδος εθνικής αυταρέσκειας, λόγω κληρονομιάς ενός αρχαίου πολιτισμού, πιστεύει ότι ξέρει τα πάντα επειδή κληρονόμησε τα πάντα, επειδή τα πάντα του ανήκουν, δεν γνωρίζει τι ακριβώς κληρονόμησε, την τύφλα του ξέρει, αλλά αφού τα κληρονόμησε είναι δικά του και να μην του τα πειράξει κανείς. Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με ένα εκρηκτικό μίγμα ξερόλα που ξέρει την τύφλα του, το οποίο όταν φθάνει στην κάλπη, ψηφίζει με τη συνήθη του αυταρέσκεια και μας οδηγεί στα γνωστά αποτελέσματα.

Το fake news χαράσσουν πολιτική.

Υπήρξε και μια άλλη έρευνα του Πανεπιστημίου της Μακεδονίας, πριν από τρία τέσσερα χρόνια, που ανέφερε ότι το 70% - ένα τεράστιο ποσοστό – πιστεύει ότι έχει βρεθεί το φάρμακο εναντίον του καρκίνου και του το κρύβουν, οι φαρμακοβιομηχανίες, βέβαια. Ένα ποσοστό γύρω στο 30% πιστεύει ότι μας ψεκάζουν, συστηματικά. Μάλιστα είδα τις προάλλες την ανάρτηση μιας συναδέλφου (συναδέλφου, λέμε τώρα, αεροσυνοδός ήταν, αλλά γράφει και βιβλία), η οποία έλεγε ότι έχουν σταματήσει να μας ψεκάζουν αυτό τον καιρό γιατί έχουν σταματήσει και οι πονοκέφαλοι που ένοιωθε, η δυσθυμία γενικώς, νιώθει πιο αλέγρα, και έτσι έβγαλε το συμπέρασμα πως έχουν σταματήσει να μας ψεκάζουν. Της απάντησα ότι δεν έχει δίκιο. Συνεχίζουν να μας ψεκάζουν, απλώς κάνουν στοχευμένους ψεκασμούς. Ας πούμε εμένα, που εξακολουθώ να είμαι δύσθυμος και μελαγχολικός, συνεχίζουν να με ψεκάζουν. Αυτήν δεν την ψεκάζουν πια.

Ένα τρίτο ποσοστό, πάλι γύρω στο 30% πιστεύει ότι δεν πήγε ποτέ, δεν προσεδαφίστηκε ο άνθρωπος στη σελήνη. Όλα στήθηκαν στο Χόλιγουντ. Ό,τι στοιχεία και αν τους φέρουν, αυτοί επιμένουν. Υπάρχουν διάφορα sites που σου δείχνουν κιόλας ότι κουνιόταν η σημαία και πώς μπορούσε να κουνιέται χωρίς ατμόσφαιρα, και πάει λέγοντας. Υπάρχει δε ένα στοιχείο, ειδικά στην περίπτωση της σελήνης, στο οποίο δεν μπορεί κανένας να φέρει αντίρρηση σε αυτό, ότι, ανάμεσα στα διάφορα αντικείμενα που άφησαν οι αστροναύτες πάνω στη σελήνη, άφησαν και κάτοπτρα λέιζερ τα οποία καταγράφουν όλες τις σεισμικές δονήσεις πάνω στη σελήνη και στέλνουν τα στοιχεία στη γη και με την ελεγχόμενη αντανάκλαση μια δέσμης φωτός πάνω στα ίδια κάτοπτρα καταγράφεται η απειροελάχιστη μετακίνηση της σελήνης από την γη, κάτι που σημαίνει ότι σε μερικά δισεκατομμύρια χρόνια – αλλά εμείς, βέβαια, θα έχουμε εξαφανιστεί πολύ νωρίτερα – θα ξεφύγει από το βαρυτικό πεδίο της γης η σελήνη. Αλλά τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια. Εάν πιστεύεις ότι η προσελήνωση στήθηκε στο Χόλιγουντ, σιγά μην σε μεταπείσουν τα κάτοπτρα λέιζερ… Είπαμε: καχυποψία και ευπιστία. Το αχτύπητο δίδυμο. Όλα αυτά δεν έχουν σημασία όταν τα λες σε κάποιον ο οποίος δεν θέλει να τα πιστέψει. Πιστεύει a priori σε κάτι άλλο, με μια πίστη απόλυτη, με μια πίστη, θα λέγαμε, θρησκευτική.

Σε αυτήν την περίπτωση ερχόμαστε στο πώς μπορεί να γίνει προβολή των προκαταλήψεων, της άγνοιας του εθνικού ακροατηρίου επάνω στην πραγματικότητα και να αποδεχθεί το πιο τερατώδες fake news που μπορείς να του πεις. Κάπου εδώ εμφανίζομαι κι εγώ στην κουβέντα, η δική μου περίπτωση. Εν έτει 2011, ενώ παρουσιάζω το «1821» στον ΣΚΑΪ, μαθαίνω κάποια στιγμή πως κατά τη διάρκεια της εκπομπής είπα, έτσι στα ξεκούδουνα, ότι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν ομοφυλόφιλος και αρραβωνιασμένος με έναν Τούρκο στρατηγό. Η πρώτη αντίδρασή μου ήταν η αναμενόμενη. Α λα Γκαίμπελς. Αντι-Γκαίμπελς, για την ακρίβεια. Δηλαδή, σκέφτηκα, είναι τόσο εξωφρενικό που αποκλείεται να πιστέψει κάποιος ότι είπα κάτι τέτοιο. Τότε δεν είχα εμπλακεί ακόμη με την πολιτική, την ενεργό πολιτική, άρα δεν υπήρχε και κάποιος συγκεκριμένος λόγος για character assassination. Δεν είχαν κανέναν ιδιαίτερο λόγο να με δολοφονήσουν εμένα ως χαρακτήρα. Δεν τους ενδιέφερε.

Αναρωτιόμουν για καιρό ποια είναι η χρησιμότητα του να διασπείρεις μια τέτοια «είδηση», πρώτα μέσω των ακροδεξιών εφημερίδων, και μετά να ξεπλυθεί από τα κανάλια και να παρουσιαστεί ως έγκυρη είδηση και κατόπιν να γίνει ένας κοινός τόπος, που τον βρίσκω μπροστά μου, τον διαβάζω μέχρι σήμερα. Γιατί; Και η απάντηση που έδωσα ήταν ότι προφανώς η μικρότερη μεταβλητή στην ιστορία όλη ήταν η δική μου υστεροφημία. Μέσω αυτής της γελοιοποίησης προσπαθούσαν να πετύχουν κάτι ευρύτερο. Προσπαθούσαν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι αυτοί οι άνθρωποι (όταν λέω αυτοί οι άνθρωποι εννοώ και οι ιστορικοί που ήταν πίσω από αυτή την εκπομπή) που φθάνουν στο σημείο να λένε κάτι τόσο εξωφρενικό για τον Γέρο του Μοριά, πενήντα χρονών το 1821, έναν «ογδοντάχρονο» θα λέγαμε σήμερα, σε μια εποχή που κρεμούσαν τους ομοφυλόφιλους, όχι στην Ελλάδα μόνο, στην Αγγλία τους κρεμούσαν, φαντάσου τι τερατώδη ψέματα θα λένε για την Αγία Λαύρα, για το Κρυφό Σχολειό, για την άλωση της Τριπολιτσάς… Με μια κίνηση λοιπόν, ένα εξωφρενικό fake news, πήγαινε στα σκουπίδια όλη η ιστορική έρευνα πάνω στην οποία ήταν βασισμένη η σειρά, και, ταυτόχρονα, πήγαινε στα σκουπίδια μια σχολή κριτικής ιστορικής σκέψης απέναντι σε αυτό που ονομάζουμε θρησκοϊστορία, δηλαδή στο να δέχεσαι την ιστορία ως απλό μάθημα θρησκευτικών. Έτσι διαμορφωνόταν το κλίμα: αφού αυτοί οι άνθρωποι λένε τόσο φριχτά ψέματα για τον Κολοκοτρώνη, θα λένε φριχτά ψέματα και για όλα τα άλλα.

Η πρώτη από τις μάχες για διάδοση και επικράτηση των fake news είναι η μάχη των «σελίδων» στο διαδίκτυο.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το fake news έχει έναν πολύ ευρύτερο στόχο από το character assassination. Πολλές φορές το fake news χαράσσει πολιτική, δημιουργεί τις συνθήκες για να αλλάξουν ακόμη και οι γεωπολιτικοί χάρτες. Για αυτό, πάρα πολύ αναλυτές που έχουν ασχοληθεί με το fake news θεωρούν ότι η πρώτη, αν θέλετε η ληξιαρχική πράξη του fake news την εποχή πια του Διαδικτύου είναι τον Δεκέμβριο του 1989, με την περίπτωση της Τιμισοάρα.

Η Τιμισοάρα, μια μικρή ρουμανική πόλη στα σύνορα, τριακοσίων χιλιάδων κατοίκων. Κάποια μέρα του Δεκεμβρίου, το καθεστώς Τσαουσέσκου ζήτησε να παραιτηθεί ένας παππάς, αν θυμάμαι καλά, ένας καθολικός παππάς που είχε μια αντικαθεστωτική χροιά στο κήρυγμά του. Έγινε μια τεράστια διαδήλωση στην πόλη υπέρ του παππά και διατάχθηκε η αστυνομία να ανοίξει πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Δεν υπάκουσαν όλοι, υπάκουσαν όμως αρκετοί, σκοτώθηκαν πάρα πολλοί. Καταγεγραμμένοι 1.104 νεκροί για την ακρίβεια. Το διαδίκτυο εκείνη την εποχή ήταν στα σπάργανα. Κάποιος είχε πρώτος την έμπνευση στο 1000 να προσθέσει ένα μηδενικό. Να το κάνει 10.000. Και μετά ένας άλλος είπε, αφού προσθέσαμε ένα μηδενικό, δεν προσθέτουμε άλλο ένα μηδενικό; Και πάμε στις 100.000. Και, ξαφνικά, τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία μετέδωσαν ότι ο Τσαουσέσκου είχε προκαλέσει μια «γενοκτονία» σε αυτή την επαρχιακή πόλη, εκεί όπου ο συνολικός πληθυσμός ήταν 300.000, είχε σκοτώσει το 1/3 του πληθυσμού! Ο Τσαουσέσκου εκτελέστηκε μια εβδομάδα αργότερα. Υπήρξε ένα chain reaction, μια αλυσιδωτή αντίδραση με αρχή την Τιμισοάρα που οδήγησε στην μόνη αιματηρή – αν θέλετε – κατάρρευση ανατολικού καθεστώτος το 1989.

Βλέπουμε, λοιπόν ότι το fake news πολλές φορές μπορεί να έχει και δραματικά αποτελέσματα, μεγάλες αλλαγές γεωπολιτικές ή αλλαγές στη στάση του εκλογικού σώματος απέναντι στους πολιτικούς του ηγέτες. Όταν, για παράδειγμα, ένας ψυχάκιας στο δρόμο γύρισε και έριξε μια γροθιά στον Μπερλουσκόνι, πριν από 4-5 χρόνια αν θυμάμαι καλά, πλημμύρισε το διαδίκτυο με μηνύματα εναντίον του ψυχάκια και μηνύματα συμπαράστασης στον Μπερλουσκόνι. Μετά από μια πρώτη έρευνα που έγινε και από τον ιταλικό Τύπο, φάνηκε ότι οι περισσότερες διευθύνσεις ήταν fake. Δεν υπήρχαν. Υπήρχαν νεκροί πίσω από αυτές τις διευθύνσεις, υπήρχαν ψεύτικα προφίλ, υπήρχαν εκατοντάδες χιλιάδες ψεύτικα προφίλ.

Eκεί δίνεται πλέον η πρώτη από τις μάχες για τη διάδοση και την επικράτηση των fake news: στο Διαδίκτυο. Είναι η μάχη των «σελίδων» μέσα στο διαδίκτυο. Όταν πήγαινα ως συγγραφέας τα τελευταία χρόνια να μιλήσω στα σχολεία και με προλόγιζαν οι μαθητές με κάποια βιογραφικά μου στοιχεία, ήξερα ότι θα επαναλάβουν τα ίδια λάθη που περιέχουν και οι πρώτες δέκα «σελίδες» στο διαδίκτυο, τα πρώτα δέκα sites. Μα με ακρίβεια. Δεν έπεφταν ούτε γραμμή έξω από τα λάθη. Η κατάκτηση των «σελίδων» είναι ένας αγώνας που γίνεται πια με επαγγελματικό τρόπο. Υπάρχουν γραφεία είτε σε κυβερνητικό είτε σε ιδιωτικό επίπεδο τα οποία σου πλημμυρίζουν τις «σελίδες», για όποιο όνομα πατήσεις, με τις αντίστοιχες καλές ή κακές ειδήσεις που θέλουν να σου μεταφέρουν γύρω από αυτό το όνομα. Δημιουργούν ένα ψεύτικο περιβάλλον και με την επανάληψη από διαφορετικές πηγές (τα είπε πολύ καλά ο κ. Κορίκης νωρίτερα, δεν θέλω να τα επαναλάβω) επιβάλλουν ένα εικονικό, ένα τοξικό περιβάλλον όπου ο στοχοποιημένος αντίπαλος είναι απαξιωμένος από την αρχή ή, στο άλλο άκρο, ο πελάτης τους έχει αξία από την αρχή –και ας μην την έχει πραγματικά, ας είναι μία νούλα…

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι το σημερινό περιβάλλον, στην πραγματικότητα είναι συνδυασμός δύο δυστοπιών. Υπήρξε η δυστοπία του Όργουελ και υπήρξε και η δυστοπία του Χάξλεϋ. Αυτές οι δύο ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες δυστοπίες. Η δυστοπία του Όργουελ έλεγε ότι το μέλλον θα είναι ένας κόσμος όπου δεν θα υπάρχει πληροφορία, δεν θα υπάρχει καν κάνουλα πληροφοριών ανοιχτή. Μια σιδερένια μπότα θα καταπνίγει κάθε πληροφορία. Ο Χάξλεϋ έλεγε το ακριβώς ανάποδο. Έλεγε ότι όλες οι πληροφορίες θα επιτρέπονται. Και τα πρόβατα και τα ερίφια. Και τα χλωρά και τα ξερά. Και ο κόσμος θα πνιγεί μέσα σε έναν ωκεανό πληροφοριών, όπου δεν θα μπορεί πια να ξεχωρίσει, να ξεσκαρτάρει τη σημαντική από την ασήμαντη, την αλήθεια από το ψέμα.

Ο δρόμος είναι μακρύς και δεν είμαι σίγουρος ότι στο τέλος του δρόμου μάς περιμένει το φως το αληθινό.

Η μόνη κληρονομιά του Όργουελ που επέζησε, αν θέλετε, είναι το newspeak. Η Nέα Γλώσσα. Ο Όργουελ, ειδικά στο «1984», προέβλεψε η οποία προέβλεψε ότι μέσα από μια μεγάλη, μια ολοκληρωτικών διαστάσεων post truth εκστρατεία, θα γεννηθεί μια νέα γλώσσα, όπου θα λες κάτι και θα εννοείς το ανάποδο ή θα λες κάτι και θα εννοείς κάτι εντελώς διαφορετικό. Μέσα από τη σύμπτυξη των λέξεων, τη σύμπτυξη των εννοιών. Με τον καιρό θα λησμονήσεις έννοιες επειδή δεν θα έχεις αντίστοιχες λέξεις για να τις διατυπώσεις. Αυτό που ζούμε σήμερα με τη διγλωσσία της κυβέρνησης. Και που τη ζούμε και σε παγκόσμιο επίπεδο με αντίστοιχες λαϊκιστικές κυβερνήσεις.

Η ερώτηση είναι: τι κάνεις σε αυτό το μολυσμένο περιβάλλον; Δημιουργείς τα δικά σου fake news, τα αντι-fake news, τα «καλά» fake news; Ξέρετε, τον καιρό του Χίτλερ, είχαν εξαπολύσει οι Σύμμαχοι μια αντίστοιχη εκστρατεία παραπληροφόρησης λέγοντας τερατώδη ψέματα για τον Χίτλερ, τα οποία, όμως, ήταν «ψέματα με καλό σκοπό». Έπρεπε να πολεμήσουν το τέρας και να το κατατροπώσουν. Ο σκοπός αγίαζε τα μέσα. Μήπως πρέπει να κάνουμε το ίδιο σήμερα; Ο πειρασμός είναι μεγάλος. Ωστόσο, το πρόβλημα έγκειται στο προφανές: εάν δημιουργήσεις μαζικά αντι-fake news, έστω και «για καλό σκοπό», κινδυνεύεις να ανατροφοδοτήσεις το ίδιο τοξικό περιβάλλον και να εισφέρεις στην επικράτηση της εντύπωσης μιας γενικευμένης αναξιοπιστίας, όπου όλοι κατασκευάζουν fake news εναντίον όλων και ο πολίτης, πελαγωμένος, δεν πιστεύει πια κανέναν. Fake news διασπείρει ο Τραμπ, fake news διασπείρουν και οι αντίπαλοι του Τραμπ. Fake news ο Πούτιν, fake news και οι αντίπαλοι του Πούτιν. Είναι φανερό πως, σε αυτήν την περίπτωση, η βλάβη για την ίδια τη δημοκρατία θα είναι ανήκεστος

Η λύση είναι μάλλον προς την κατεύθυνση που επιχειρείται σήμερα. Δεν ξέρω, βεβαίως, πόσο θα λοιδορηθεί η κατεύθυνση αυτή, όπως είπε και ο κ. Κορίκης προηγουμένως, όπου μέσα από το facebook και από άλλους οργανισμούς ελέγχου των ειδήσεων θα χαρακτηρίζεται κάτι ως fake, θα σταμπάρεται ως fake. Γιατί βεβαίως, ο συνωμοσιολάγνος της επόμενης γενιάς θα σου πει ότι ναι, την ξέρουμε αυτή την εταιρεία που χαρακτηρίζει ως fake τις φοβερές μας αλήθειες, είναι του Σόρος και προέρχεται από τη λέσχη Μπίλντερμπεργκ. Εγώ πάντα, όποτε άκουγα για τη λέσχη Μπίλντερμπεργκ και την βεβαιότητα με την οποία ήξεραν όλοι τις συνωμοσίες που εξύφαινε, πού έχουν συνεδριάσει και πότε έχουν δρομολογήσει την εξάλειψη του ελληνικού έθνους κλπ, αναρωτιόμουν, ναι ρε παιδί μου, ok, να το δεχτώ, αλλά εσύ, εσύ, πώς διάολο το ξέρεις; Δηλαδή, τόσο ξεφτίλες συνωμότες είναι αυτοί, που τους ξέρουν και στην Καρδίτσα, τους ξέρουν και στην Κατερίνη, τους ξέρουν σε κάθε χωριό; Εγώ θα τους απέλυα όλους αυτούς, δηλαδή, αν ήμουν ο Κίσινγκερ, αν ήμουν ο Σόρος, δεν θα ανεχόμουν τόσο ξεφτίλες συνωμότες, να γνωρίζουν οι πάντες τις δολοπλοκίες τους. Προφανώς λοιπόν η λύση είναι μονόδρομος και ο μονόδρομος αυτός είναι δύσκολος, είναι ανηφορικός, δεν είναι εύκολος, δεν είναι «πιασάρικος», όπως είναι τα ίδια τα fake news. Ο δρόμος είναι μακρύς και ούτε είμαι σίγουρος, για να σας πω την αμαρτία μου, ότι στο τέλος του δρόμου μάς περιμένει το φως το αληθινό.


* Περισσότερα για τη συζήτηση «Διαδίκτυο και Δημοκρατία. Fake news & Post truth πολιτική», δείτε εδώ: http://ekyklos.gr/17-01-2017-athina-diadiktyo-kai-dimokratia-fake-news-post-truth-politiki.html

Τατσόπουλος, Πέτρος

Ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι συγγραφέας και πρώην βουλευτής