Παρασκευή, 12 Φεβ 2016

Οι προοπτικές της εκλογικής μεταρρύθμισης

αρθρο του:

Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2015 επιβεβαίωσαν ότι το ισχύον εκλογικό σύστημα δεν έχει από μόνο του τη δύναμη να επαναμετατρέψει το νέο εκλογικό σύστημα που δημιουργήθηκε μετά το 2012 από πολυκομματικό σε δικομματικό, μπορεί ωστόσο να διασφαλίσει τον σχηματισμό μιας Κυβέρνησης συνασπισμού, όπου το πρώτο κόμμα θα διαθέτει χάρις στο bonus των 50 εδρών μια δεσπόζουσα θέση, αφού του αρκεί η σύμπραξη ενός μικρού κόμματος για να αποκτήσει σε συνεργασία μαζί του κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Όπως και στις τρεις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις της 6ης Μαΐου 2012, της 17ης Ιουνίου 2012 και της 25ης Ιανουαρίου 2015, η υπεραντιπροσώπευση του πρώτου κόμματος κινήθηκε σε πολύ υψηλά και μη συνταγματικώς αποδεκτά επίπεδα[1], το στοιχείο όμως αυτό δεν αποτελεί στην Ελλάδα επαρκή λόγο για την τροποποίηση του εκλογικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν αμέσως μετά τις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου άνοιξε ξανά η συζήτηση για τον εκλογικό νόμο, με επίκεντρο την κατάργηση ή τη μείωση ή την αλλαγή του τρόπου κατανομής του bonus των 50 εδρών.

Εν όψει της συζήτησης αυτής έχει ίσως ενδιαφέρον να συνοψίσουμε εδώ τα πορίσματα μιας πρόσφατης έρευνάς μας για τα κριτήρια που θα πρέπει να πληροί ένα εκλογικό σύστημα σύμφωνο προς το Σύνταγμα[2]. Ένα τέτοιο εκλογικό σύστημα θα πρέπει λοιπόν να διασφαλίζει, πρώτον, τη μεγαλύτερη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα του Κοινοβουλίου[3], δεύτερον, να μην οδηγεί σε ισχυρές στρεβλώσεις της αντιπροσώπευσης στο επίπεδο των πρωτοβάθμιων εκλογικών περιφερειών, και τρίτον, να εγγυάται σε κάποιο μέτρο την προσωπική σχέση μεταξύ αντιπροσώπων και αντιπροσωπευομένων, δηλαδή να παρέχει στον εκλογέα τη δυνατότητα να εκλέξει πρόσωπα και όχι μόνο κόμματα.

Μέσα στο πλαίσιο αυτό μπορεί ο εκλογικός νομοθέτης να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατά το άρθρο 54 § 1 Συντ., η οποία συνίσταται στην προώθηση διά μέσου του εκλογικού συστήματος πολιτικών στόχων που δεν αντιβαίνουν προς το Σύνταγμα, υιοθετώντας όμως πάντοτε έναν τρόπο επιδίωξης των στόχων αυτών που δεν θα αναιρεί τις προαναφερόμενες βασικές συνταγματικές κατευθύνσεις για τη διαρρύθμιση του εκλογικού συστήματος.

Η Κυβέρνηση θα αναλάβει την πρωτοβουλία αλλαγής του εκλογικού νόμου μόνο αν είναι βέβαιη ότι με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο θα χάσει σίγουρα τις επόμενες εκλογές.

Μεταξύ των συνταγματικώς θεμιτών πολιτικών στόχων του εκλογικού νομοθέτη περιλαμβάνεται η διευκόλυνση της κυβερνητικής σταθερότητας, υπάρχουν όμως και άλλοι πολιτικοί στόχοι τους οποίους μπορεί αυτόνομα να θέσει ο εκλογικός νομοθέτης, όπως η μείωση του κομματικού κατακερματισμού σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, η διευκόλυνση της εναλλαγής στην εξουσία, η ενδυνάμωση του ρόλου των πολιτικών κομμάτων με την παροχή δυνατότητας σε αυτά να προσχεδιάζουν, ως ένα βαθμό, τη σύνθεση των κοινοβουλευτικών τους ομάδων, η διευκόλυνση του σχηματισμού Κυβερνήσεων συνασπισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, η βάση ενός εκλογικού συστήματος σύμφωνου προς το Σύνταγμα πρέπει να είναι η αρχή της αναλογικής αντιπροσώπευσης, χωρίς όμως να αποκλείεται η εξισορρόπηση της αρχής αυτής με την εισαγωγή διορθωτικών μηχανισμών που υπηρετούν τον πολιτικό στόχο της κυβερνητικής σταθερότητας ή της μείωσης του κομματικού κατακερματισμού ή της εναλλαγής στην εξουσία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα μετατρέπουν το εκλογικό σύστημα σε ουσιωδώς πλειοψηφικό. Την προϋπόθεση αυτή δεν πληρούσαν τα συστήματα της «ενισχυμένης αναλογικής» του 1974, 1977, 1985 και 1990 ούτε το εκλογικό σύστημα του 2004 που εισήγαγε το bonus των 40 εδρών, και κατά μείζονα λόγο δεν πληροί το ισχύον εκλογικό σύστημα του 2008 που προβλέπει bonus 50 εδρών. Ως επιτρεπτές αποκλίσεις από την αρχή της αναλογικής αντιπροσώπευσης μπορούν να θεωρηθούν η ρήτρα αποκλεισμού 3% και η θέσπιση bonus, αλλά υπό προϋποθέσεις, π.χ. η ενεργοποίησή του μόνο όταν το πρώτο κόμμα υπερβεί το 40% ή καλύτερα το 42%. Αντιθέτως, τυχόν υιοθέτηση του γερμανικού εκλογικού συστήματος με διατήρηση σταθερού του αριθμού των βουλευτών μέσα στο εύρος που καθορίζει το άρθρο 51 Συντ. (από διακόσιους έως τριακόσιους), θα προσέδιδε στο σύστημα αυτό, που είναι κατ’ αποτέλεσμα σχεδόν αμιγώς αναλογικό με εξαίρεση τη ρήτρα αποκλεισμού του 5%, μια απροσδιόριστη πλειοψηφική κλίση, αφού αναγκαστικά οι «πλεονάζουσες» έδρες που θα αποκτούσαν τα μεγαλύτερα κόμματα στις μονοεδρικές περιφέρειες θα αφαιρούνταν από τις αναλογικές έδρες των μικρότερων κομμάτων στις πολυεδρικές περιφέρειες, ενώ η τυχόν πρόβλεψη bonus για το πρώτο κόμμα στις πολυεδρικές περιφέρειες θα καθιστούσε το σύστημα αυτό ουσιωδώς πλειοψηφικό και σχεδόν ακατανόητο για τον εκλογέα.

Ως αντισυνταγματική θα πρέπει να θεωρηθεί και η πλήρης υποκατάσταση του εκλογικού σώματος από τα πολιτικά κόμματα, με ολοσχερή κατάργηση του δικαιώματος του εκλογέα να εκφράσει την προτίμησή του υπέρ ενός ή περισσότερων υποψηφίων βουλευτών εντός του ψηφοδελτίου του συνδυασμού υπέρ του οποίου ψηφίζει. Στην προοπτική όμως της ενδυνάμωσης της διαμεσολαβητικής λειτουργίας των πολιτικών κομμάτων, μπορούν να γίνουν συνταγματικώς αποδεκτές και μικτές μέθοδοι, όπως η παροχή της δυνατότητας στον εκλογέα είτε να αποδεχθεί την καθορισθείσα από τα κόμματα σειρά των υποψηφίων είτε να την τροποποιήσει, ή η εκλογή χωρίς σταυρό προτίμησης του επικεφαλής του ψηφοδελτίου ή των δύο πρώτων κατά σειρά υποψηφίων σε κάθε εκλογική περιφέρεια. Στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας ο εκλογικός νομοθέτης μπορεί βέβαια να διευκολύνει και τη δημιουργία Κυβερνήσεων συνασπισμού, είτε με την εισαγωγή ενός συστήματος «απλής αναλογικής», το οποίο υπό τις σημερινές συνθήκες θα οδηγούσε μάλλον σε Κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού», είτε με διατήρηση του bonus αλλά στην κατεύθυνση ενός διπολικού ανταγωνισμού, δηλαδή με απονομή του μόνο σε προεκλογικούς συνασπισμούς ή σε κόμματα που θα δηλώσουν «συγγένεια» μεταξύ τους. Αλλά και στην τελευταία αυτήν περίπτωση θα ήταν συνταγματικώς αναγκαία η πρόβλεψη εκλογικού quorum 40% ή 42%.

Ίσως όμως όλα αυτά έχουν μόνο θεωρητική σημασία, διότι η αλλαγή του εκλογικού νόμου είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση, εν όψει και της αυξημένης πλειοψηφίας που προβλέπει το άρθρο 54 παρ. 1 Συντ. Η Κυβέρνηση θα αναλάβει την πρωτοβουλία αλλαγής του εκλογικού νόμου μόνο αν είναι βέβαιη ότι με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο θα χάσει σίγουρα τις επόμενες εκλογές. Η Νέα Δημοκρατία δεν έχει κανένα λόγο να συμπράξει στην αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχόμενου, ενώ τα μικρότερα κόμματα θα κάνουν σταθμίσεις πλεονεκτημάτων-μειονεκτημάτων ανάλογα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις.


 [1]. Βλ. Χ. Ανθόπουλου, Ο έλεγχος συνταγματικότητας των εκλογικών νόμων στην Ελλάδα και η αντισυνταγματικότητα του ισχύοντος εκλογικού συστήματος, ΕφημΔΔ, 5/2015, σ. 559 επ., διαθέσιμο και σε: www.efimdd.gr.

[2]. Ibidem.

[3]. Πρβλ. Ευ. Βενιζέλου, Ο καθορισμός του εκλογικού συστήματος και των εκλογικών περιφερειών. Τα συνταγματικά όρια, σε: του ιδίου, Μελέτες Συνταγματικού Δικαίου, 1980-1987, Θεσσαλονίκη, 1987 σ. 201 επ.


* Ο Πίνακας που συνοδεύει το κείμενο, είναι:  S. Lowry (1887 –1976), Election time

Ανθόπουλος, Χαράλαμπος

Ο Χαράλαμπος Θ. Ανθόπουλος σπούδασε Νομικά στη Θεσσαλονίκη και τη Ρώμη. Είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.